Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Ο Όμηρος πέρα από την ηθική: Σοφία, Ισχύς και Κάλλος / Homer Beyond Morality: Wisdom, Strength, and Beauty


“...διότι η Σοφία, η Ισχύς και το Κάλλος είναι οι τελειότητες του παντός, και τίποτε δεν δύναται να αντέξει δίχως αυτά.”

🇬🇷 Η παραπάνω ρήση του Albert Pike συνοψίζει μια θεμελιώδη αρχή που βρίσκει αξιοσημείωτες αναλογίες στην αρχαία ελληνική σκέψη και αντανακλάται σε πολλές όψεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Η ισχύς, η σοφία και το κάλλος δεν αποτελούν επιμέρους αρετές ούτε προσωπικά χαρίσματα προς ηθική αξιολόγηση. Συνιστούν τρεις εκ των θεμελιώδων αρχών πάνω στις οποίες εδράζεται η τάξη του κόσμου.

Ο Οδυσσέας δεν είναι “σοφός” με τη σύγχρονη, ηθικοποιημένη έννοια του όρου· είναι πολύτροπος - φορέας μιας πνευματικής ευστροφίας που υπηρετεί την τιμή και τον νόστο και όχι κάποιο αφηρημένο ιδεώδες (επί)γνωσης.

Ο Αχιλλέας ενσαρκώνει την ισχύ που αποκτά νόημα μόνο όταν συμφιλιώνεται με τη φρόνηση, ενώ το κάλλος εκφράζει την αρμονία, το μέτρο και την εσωτερική τάξη που καθιστούν τον άνθρωπο και, κατ’ επέκταση, την “πόλη” και τον ίδιο τον κόσμο διατηρήσιμους στον χρόνο.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο λόγος του Pike δεν είναι μια αφηρημένη ηθική διακήρυξη, αλλά η διατύπωση μιας διαχρονικής αρχής οικοδόμησης. Όπως στην ελληνική αρχιτεκτονική η σταθερότητα προκύπτει από την αρμονική συνύπαρξη όλων των δομικών στοιχείων, έτσι και στον Όμηρο η διάρκεια (endurance) δεν εξαρτάται από την υπεροχή μίας αρετής, αλλά από την ισορροπία των τριών αυτών συστατικών αρχών.

Η τελειότητα δεν είναι αποτέλεσμα ούτε ισχύος, ούτε γνώσης, ούτε κάλλους μεμονωμένα, αλλά της οργανικής τους σύνθεσης, η οποία δεν λογοδοτεί σε κανέναν ηθικό κώδικα κατανοητό από τον άνθρωπο, αλλά σε μια θεϊκή τάξη ενίοτε αδιάφορη, ενίοτε άδικη, πάντα όμως υπερβατική του ατόμου, όπως έχω ήδη επισημάνει σε προηγούμενο κείμενο.

Η σύγχρονη δυτική πρόσληψη των ομηρικών επών δυσκολεύεται συχνά να αναγνωρίσει αυτή τη μεταφυσική και κοσμολογική διάσταση, διότι προσεγγίζει το κείμενο πρωτίστως ως φορέα ηθικού νοήματος και όχι ως έκφραση μιας κοσμολογικής τάξης.

Ερμηνεύοντας τους ήρωες ως αυτόνομες ψυχολογικές προσωπικότητες, μετατοπίζει το ενδιαφέρον από την αντικειμενική τάξη των πραγμάτων στην υποκειμενική εμπειρία του ατόμου. Ο Οδυσσέας γίνεται “πολύπλοκος” και “τραυματισμένος” αντί για πολύτροπος, και η σοφία γίνεται εσωτερική διεργασία ενοχής και εξιλέωσης αντί για αρετή επιβίωσης.

Έτσι, τα έπη αντιμετωπίζονται ως αφηγήσεις προσωπικής αναζήτησης παρά ως έκφραση μιας κοσμοθεώρησης όπου σοφία, ισχύς και κάλλος αποτελούν αδιαχώριστες, προ-ηθικές αρχές της ύπαρξης. Αυτό ακριβώς είναι το βαθύτερο νόημα που αναδεικνύει η διατύπωση του Pike. Τίποτε δεν μπορεί να διαρκέσει όταν μία από αυτές τις τρεις αρχές αποσπασθεί από τις άλλες ή αναχθεί σε ζήτημα ατομικής ηθικής, διότι μόνο η ενότητά τους - υπερβατική, όχι ψυχολογική - καθιστά δυνατή την τάξη, τη συνέχεια και τον πολιτισμό.

***

“… because Wisdom, Strength, and Beauty are the perfections of the whole, and nothing can endure without them.”

🇬🇧 This statement by Albert Pike encapsulates a fundamental principle that finds remarkable parallels in ancient Greek thought and is reflected throughout both the Iliad and the Odyssey. Wisdom, strength, and beauty are neither discrete virtues nor personal qualities subject to moral evaluation. Rather, they constitute three of the fundamental principles upon which the order of the cosmos rests.

Odysseus is not “wise” in the modern, moralized sense of the word. He is polytropos - a man of many turns, endowed with an intellectual versatility that serves honor and homecoming rather than some abstract ideal of knowledge or enlightenment.

Achilles embodies strength, yet a strength that acquires meaning only when reconciled with practical wisdom (phronesis). Beauty, in turn, signifies harmony, proportion, and inner order - the qualities that enable the individual and, by extension, the polis and the cosmos itself to endure through time.

Viewed from this perspective, Pike's statement is not an abstract moral declaration but the formulation of a timeless principle of construction. Just as the stability of Greek architecture arises from the harmonious integration of all its structural elements, so too in Homer endurance depends not upon the supremacy of any single virtue but upon the equilibrium of these three constitutive principles.

Perfection is therefore the product neither of strength alone, nor of knowledge alone, nor of beauty alone, but of their organic synthesis. This synthesis is accountable not to any moral code intelligible to human beings, but to a divine order - at times indifferent, at times unjust, yet always transcending the individual - as I have argued elsewhere.

Modern Western readings of the Homeric epics often struggle to recognize this metaphysical and cosmological dimension because they approach the poems primarily as vehicles of moral meaning rather than as expressions of a cosmological order.

By interpreting the heroes as autonomous psychological personalities, contemporary interpretation shifts attention from the objective order of reality to the subjective experience of the individual. Odysseus becomes “complicated” and "traumatized" rather than “polytropos”, while wisdom is transformed into an inward process of guilt and redemption instead of remaining a virtue of survival.

Consequently, the epics come to be read as narratives of personal self-discovery rather than as expressions of a worldview in which wisdom, strength, and beauty are inseparable, pre-moral principles of existence. This is precisely the deeper meaning illuminated by Pike's formulation. Nothing can endure when any one of these three principles is detached from the others or reduced to a matter of individual morality, for only their unity - transcendent rather than psychological - makes order, continuity, and civilization possible.


Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Πολύτροπος vs. Complicated


🇬🇷 Μια και οι Έλληνες και οι μύθοι τους βρίσκονται ξανά στο προσκήνιο - κάτι αναπόφευκτο, δεδομένης της παγκόσμιας πολιτισμικής αναδιαμόρφωσης, ας αναπτύξουμε λίγο περισσότερο την κεντρική ιδέα του προηγούμενου άρθρου.

Η μετάφραση της Έμιλυ Γουίλσον για πολλούς συνιστά μια ριζοσπαστική λογοτεχνική προσέγγιση της Οδύσσειας. Όμως η επιλογή της να αποδώσει τον Οδυσσέα ως “complicated” στον πρώτο στίχο, αντί για τις παραδοσιακές αποδόσεις που κρατούν κάτι από το “πολύτροπον”, δεν είναι αθώα λεξιλογική επιλογή. Είναι μια πολιτικά ερμηνευτική στάση. Αναζητά έναν ήρωα ψυχολογικά αναλύσιμο, εντός καθεστώτος ενοχής και ελαφρυντικών, με τρόπο που θυμίζει περισσότερο σύγχρονη νομική ή θεραπευτική γλώσσα παρά την αρχαϊκή αντίληψη της πολυτροπίας ως αρετής επιβίωσης.

Το ίδιο ισχύει και στην μεταφορά του ομηρικού έπους στην μεγάλη οθόνη από τον Κρίστοφερ Νόλαν. Η ανάγνωση που έκαναν και οι δύο, δείχνει πως αντιλαμβάνονται τον μύθο μέσα από το πρίσμα ζητημάτων εξουσίας, φύλου και θυματοποίησης - θεμιτά ερωτήματα καθαυτά, αλλά όταν γίνονται το κύριο ερμηνευτικό κλειδί, το έπος παύει να είναι έπος και γίνεται... δικαστήριο.

Πρόκειται, βέβαια, για δύο διακριτά ζητήματα - η μεταφραστική επιλογή αφορά το ίδιο το κείμενο, η επιλογή καστ αφορά την παραγωγή - όμως εκκινούν από την ίδια ανάγκη: το έπος να απαντά σε σημερινά ερωτήματα ταυτότητας. Έτσι εξηγείται και η επιλογή της Νιόγκο για τον ρόλο της Ελένης, ως προέκταση της ίδιας λογικής.

Αυτή η ερμηνευτική στάση λοιπόν, δεν είναι απλό φιλολογικό ζήτημα. Είναι μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής αντίληψης. Στον αγγλοσαξονικό, μεταθεραπευτικό της πυρήνα, η Δύση διεκδικεί το δικαίωμα να ξαναγράφει τον ελληνικό μύθο σύμφωνα με τις δικές της ηθικές προσλαμβάνουσες, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την Ελλάδα ως γεωπολιτικά και πολιτισμικά “μικρότερη”, περιθωριακή δύναμη χωρίς φωνή, χωρίς δικαίωμα ερμηνείας της δικής της κληρονομιάς. Σε κάθε περίπτωση, το πρωτότυπο υποτάσσεται σε ένα ξένο ερμηνευτικό πλαίσιο που παρουσιάζεται ως καθολικό.

Αυτό που χάνεται στη μετάφραση της Γουίλσον είναι ακριβώς η αντίληψη της λειτουργίας του μύθου σε προ-ηθικό επίπεδο. Εκεί που η αλήθεια δεν είναι δικαιοσύνη αλλά αποκάλυψη μιας τάξης που ξεπερνά τον άνθρωπο.

Ο “τραγικός” κόσμος δεν ζητά συμπάθεια για τον ήρωα ή την καταδίκη του· ζητά την αναγνώριση ότι το ανθρώπινο βίωμα εξελίσσεται πάντα εντός ορίων που δεν ελέγχει πλήρως το υποκείμενο.

Η αγγλοσαξονική νοοτροπία, κληρονόμος μιας προτεσταντικής παράδοσης αλλά διαμορφωμένη σήμερα κυρίως από μια ευρύτερη μεταχριστιανική, θεραπευτική κουλτούρα με βαθιά ανάγκη για ηθική λογοδοσία και προσωπική σωτηρία, δυσκολεύεται δομικά να αφήσει αυτόν τον χώρο ανοιχτό. Και έτσι, κάθε γενιά αγγλοσαξονικών αναγνώσεων ξαναγράφει τον Όμηρο λίγο πιο κοντά στις δικές της ηθικές αγωνίες - σήμερα αυτές αφορούν το φύλο, την εξουσία και το τραύμα - αφήνοντας όλο και λιγότερο χώρο για το πραγματικά ελληνικό στοιχείο που είναι η τραγική αποδοχή του απρόβλεπτου και του αναπόφευκτου.

Η ίδια αυτή νοοτροπία, κληρονόμος μιας θεολογίας που χρειάζεται σαφή διάκριση αμαρτίας-λύτρωσης, ενοχής-συγχώρεσης, δικαίου-αδίκου, δεν μπορεί να αφήσει τον μύθο να παραμείνει σε αυτή την ηθική αμφισημία. Τον ηθικοποιεί. Μετατρέπει τον Οδυσσέα από πολύτροπο σε ήρωα με ελαττώματα προς εξιλέωση ή, κατά την πιο πρόσφατη εκδοχή, σε πρόβλημα προς καταγγελία. Και οι δύο κινήσεις είναι ξένες προς το πρωτότυπο πνεύμα.

Αυτό δεν είναι μετάφραση! Ο μύθος, όπως τον βίωσε ο αρχαίος Έλληνας, δεν είναι ηθικό δίδαγμα αλλά αποκάλυψη μιας τραγικής τάξης πραγμάτων όπου η ενοχή δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την πρόθεση, οι θεοί είναι δυνάμεις και όχι πρότυπα, και η ανθρώπινη μοίρα διαπλέκεται με μια κοσμική τάξη (τη Μοίρα, το θεῖον ὑπερφυές) και δεν λογοδοτεί σε κανέναν ηθικό κώδικα κατανοητό από τον άνθρωπο.

Καλές οι ταινίες, καλές και οι μεταφράσεις και τα βιβλία και τα άρθρα και οι απόψεις, αλλά καλύτερο είναι να ξέρουμε για τι μιλάμε και γράφουμε.

Υστερόγραφο: Και η ίδια η Wilson το επιβεβαιώνει

Την ώρα που ετοίμαζα το κείμενο αυτό, η ίδια η Έμιλυ Γουίλσον δημοσίευε στο London Review of Books μία εκτενή και ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική για την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν. Χωρίς να το επιδιώκει, επιβεβαιώνει σε σημαντικό βαθμό τη διάκριση που επιχειρήθηκε εδώ.

Από τη μία πλευρά, υπερασπίζεται τη δική της μεταφραστική επιλογή του πρώτου στίχου - το γνωστό πλέον “a complicated man” - ως συνειδητή ερμηνευτική απόδοση του ομηρικού πρωτοτύπου. Από την άλλη, δηλώνει ότι θα ντρεπόταν αν είχε γράψει έστω και μία σκηνή από το σενάριο της ταινίας. Με άλλα λόγια, η ίδια διαχωρίζει σαφώς μια μεταφραστική ερμηνεία από τη δραστική αναδιαμόρφωση του μύθου για τις ανάγκες μιας σύγχρονης κινηματογραφικής αφήγησης.

Η Γουίλσον περιγράφει τον Οδυσσέα του Νόλαν ως έναν άνθρωπο κυριευμένο από άγχος και ενοχές, με την Καλυψώ να λειτουργεί σχεδόν ως… pro bono ψυχοθεραπεύτρια. Παράλληλα, επικρίνει την προσθήκη της υποπλοκής του Σίνωνα ως ένα ευθέως διδακτικό σχόλιο πάνω σε σύγχρονες αγγλοσαξονικές εμμονές - τα ψεύδη, τη ξενοφοβία, τον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας” και το Brexit. Επισημαίνει ακόμη ότι μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στην κατεχόμενη Δυτική Σαχάρα, γεγονός που, κατά την άποψή της, προσδίδει άθελά του μια μορφή οπτικής νομιμοποίησης σε μια υπαρκτή σύγχρονη κατοχή, ενώ η ίδια η ταινία αναζητά την ηθική εξιλέωση του πρωταγωνιστή ενός μυθικού κατακτητικού πολέμου. Η αντίφαση είναι εύγλωττη: η κινηματογραφική αφήγηση επιδεικνύει έντονη ηθική ευαισθησία απέναντι σε μυθοπλαστικές ενοχές, ενώ δείχνει πολύ μικρότερη απέναντι σε μια υπαρκτή πολιτική πραγματικότητα.

Ακόμη και ως προς τη σύνθεση του καστ, η Γουίλσον δεν διακρίνει τίποτε ουσιαστικά “προοδευτικό”, καθώς οι μη λευκοί ηθοποιοί περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε δευτερεύοντες ρόλους γύρω από τον λευκό πρωταγωνιστή.

Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν είναι ότι η Γουίλσον συμφωνεί με την κριτική που ασκήθηκε εδώ· προφανώς δεν συμφωνεί. Είναι ότι η ίδια αναγνωρίζει, με διαφορετικές αξιολογήσεις και διαφορετικά κριτήρια, πως η σύγχρονη πρόσληψη του ομηρικού κόσμου έχει μετατραπεί σε πεδίο ιδεολογικών και ηθικών διαπραγματεύσεων. Και ακριβώς αυτή είναι η βασική θέση του παρόντος άρθρου.

***

🇬🇧 As the Greeks and their myths once again find themselves in the spotlight -an inevitable development, given the ongoing global cultural realignment - it is worth expanding on the central argument of the previous article.

For many readers, Emily Wilson's translation represents a radical literary approach to the Odyssey. Yet her decision to render Odysseus as “complicated” in the opening line, rather than preserving something of the traditional meaning of polytropos, is far from an innocent lexical choice. It is an interpretive position with clear ideological implications. It seeks a hero who can be psychologically analysed within a framework of guilt, mitigation, and personal accountability, in a manner that resembles contemporary legal or therapeutic discourse far more than the archaic understanding of versatility and resourcefulness as virtues essential to survival.

Much the same applies to Christopher Nolan's cinematic adaptation of the Homeric epic. The reading adopted by both Wilson and Nolan suggests an understanding of myth through the prism of power, gender, and victimhood. These are entirely legitimate questions in themselves. Yet once they become the primary interpretive key, the epic ceases to function as an epic and instead becomes something closer to a courtroom.

These are, of course, two distinct issues. Translation concerns the text itself, whereas casting belongs to the sphere of production. Nevertheless, both emerge from the same underlying impulse: the desire for the epic to answer contemporary questions of identity. It is within this broader logic that the casting of Nyong'o as Helen can also be understood.

This interpretive approach is therefore not merely a philological matter. It forms part of a much broader cultural outlook. At its Anglo-American, post-therapeutic core, the modern West claims the authority to rewrite Greek myth according to its own moral assumptions, while simultaneously maintaining Greece as a geopolitically and culturally diminished, peripheral nation - one deprived of an authoritative voice and, ultimately, of the right to interpret its own heritage. In every case, the original is subordinated to an external interpretive framework presented as universal.

What disappears in Wilson's translation is precisely the pre-moral function of myth. It is the understanding that truth is not equivalent to justice but rather the revelation of an order that transcends human beings.

The tragic world neither asks us to sympathise with the hero nor to condemn him. Instead, it asks us to recognise that human experience always unfolds within limits over which the individual never exercises complete control.

The Anglo-American intellectual tradition, heir to a Protestant legacy yet today shaped primarily by a broader post-Christian therapeutic culture marked by a profound concern with moral accountability and personal redemption, finds it structurally difficult to leave this space open. Consequently, each successive generation of Anglo-American interpretations rewrites Homer a little closer to its own moral anxieties. Today these revolve around gender, power, and trauma, leaving progressively less room for what is genuinely Greek: the tragic acceptance of the unpredictable and the inevitable.

This same mentality, inheriting a theological tradition that depends upon clear distinctions between sin and redemption, guilt and forgiveness, justice and injustice, cannot allow myth to remain within such moral ambiguity. It moralises it. Odysseus is transformed from polytropos into a flawed hero seeking redemption or, in its most recent version, into a moral problem demanding denunciation. Both moves are fundamentally alien to the spirit of the original.

This is not translation.

Myth, as it was experienced by the ancient Greeks, is not a moral lesson but the revelation of a tragic order of existence in which guilt does not necessarily correspond to intention, the gods are forces rather than moral exemplars, and human destiny is interwoven with a cosmic order -Moira, the transcendent theion - that answers to no ethical code fully intelligible to human beings.

Films have their value, as do translations, books, articles, and opinions. Better still, however, is to know precisely what we are talking and writing about.

*

Postscript: Wilson Herself Confirms It

As I was completing this article, Emily Wilson herself published an extensive and remarkably sharp review of Christopher Nolan's film in the London Review of Books. Without intending to do so, she confirms, to a significant extent, the very distinction advanced here.

On the one hand, she defends her translation of the opening line - the now well-known “a complicated man” - as a deliberate interpretive rendering of Homer's original. On the other hand, she states that she would be embarrassed if she had written even a single scene of the film's screenplay. In other words, Wilson herself draws a clear distinction between interpretive translation and the far more radical reshaping of myth required by a contemporary cinematic narrative.

Wilson describes Nolan's Odysseus as a man consumed by anxiety and guilt, with Calypso functioning almost as a pro bono psychotherapist. At the same time, she criticises the addition of the Sinon subplot as an overtly didactic commentary on contemporary Anglo-American preoccupations - lying, xenophobia, the “war on terror," and Brexit. She also notes that part of the film was shot in occupied Western Sahara, arguing that this inadvertently lends a degree of visual legitimacy to an ongoing occupation, while the film itself seeks the moral redemption of the protagonist of a mythical war of conquest. The contradiction is striking: the cinematic narrative displays acute moral sensitivity toward fictional guilt while showing considerably less sensitivity toward an existing political reality.

Even with regard to the casting, Wilson finds little that is genuinely “progressive”, noting that non-white actors are confined almost exclusively to supporting roles surrounding the white protagonist.

The interesting point, therefore, is not that Wilson agrees with the criticism presented here; she plainly does not. Rather, it is that she herself acknowledges - albeit through different evaluations and according to different criteria - that the contemporary reception of the Homeric world has become a field of ideological and moral negotiation. And that is precisely the central argument advanced in this article.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Ο Όμηρος στο προκρούστειο κρεβάτι της Δύσης και η ηθικοποίηση του ελληνικού μύθου / Homer on the West's Procrustean Bed, and the Moralization of Greek Myth


🇬🇷 Η “Οδύσσεια” του Κρίστοφερ Νόλαν αποτελεί μία από τις πλέον φιλόδοξες κινηματογραφικές παραγωγές των τελευταίων ετών. Βασισμένη στο ομηρικό έπος, γυρισμένη σε τοποθεσίες του Μαρόκου, της Ιταλίας και της Ελλάδας, με προϋπολογισμό που φέρεται να αγγίζει τα 250 εκατομμύρια δολάρια και με μία πρωτοφανή διεθνή εκστρατεία προβολής, η ταινία έχει ήδη καταφέρει να μετατρέψει τον Όμηρο, την ελληνική μυθολογία και την ίδια την Ελλάδα σε αντικείμενο ευρύτατης δημόσιας συζήτησης.

Οι σκέψεις που ακολουθούν δεν αφορούν την ταινία αυτή καθαυτή αλλά την παραφιλολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από αυτήν, καθώς και τις ευρύτερες πολιτισμικές και ιδεολογικές παραδοχές που συνοδεύουν τη σύγχρονη δυτική πρόσληψη του ομηρικού κόσμου.

Ο ίδιος ο Νόλαν έχει αναγνωρίσει δημοσίως ότι επηρεάστηκε από τη μετάφραση της Έμιλυ Γουίλσον, την οποία χαρακτήρισε “επαναστατική”... Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δεν έχουμε να κάνουμε με την κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους, αλλά με την προσαρμογή μιας ήδη αναδιατυπωμένης αγγλοσαξονικής εκδοχής του.

Με άλλα λόγια, το ομηρικό κείμενο περνά μέσα από το φίλτρο μιας μεταφιλελεύθερης, προτεσταντικής ακαδημαϊκής παράδοσης και, ως προϊόν αυτής της διαδικασίας, μετασχηματίζεται εκ νέου ώστε να υπηρετήσει τις αισθητικές, ιδεολογικές και θεματικές αναζητήσεις του σύγχρονου δυτικού κινηματογράφου.

Κάθε μετάφραση αποτελεί αναπόφευκτα μια μορφή ερμηνείας. Το ζήτημα είναι το είδος της ερμηνείας που επιλέγεται και οι πολιτισμικές προϋποθέσεις που αυτή ενσωματώνει.

Το πρόβλημα δεν έγκειται στο γεγονός ότι ο ελληνικός μύθος επανερμηνεύεται. Ο μύθος, άλλωστε, δεν είναι ιερό κείμενο με αμετάβλητο δογματικό περιεχόμενο. Αντιθέτως, αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό αφήγησης· είναι εξ ορισμού πολύτροπος, προφορικός, τελετουργικά αναδημιουργούμενος σε κάθε νέα εκφορά του λόγου. Κάθε εποχή και κάθε αφηγητής προσθέτει τη δική του οπτική. Ωστόσο, άλλο πράγμα η αναδημιουργία και άλλο η μεταφορά ενός μύθου σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό σύστημα αναφοράς, το οποίο τείνει να τον αναδιαμορφώνει σύμφωνα με τις δικές του αξιακές κατηγορίες.

Η δυτική, και συγκεκριμένα η αγγλοσαξονική προτεσταντική νοοτροπία, δεν γνωρίζει πώς να σταθεί απέναντι στον ελληνικό μύθο παρά μόνο ηθικοποιώντας τον - μεταφράζοντάς τον με έννοιες που της είναι οικείες: ενοχή/αθωότητα, καταπίεση/χειραφέτηση, θύμα/θύτης, ατομική συνείδηση απέναντι σε ένα ηθικά οργανωμένο σύμπαν. Πρόκειται για μία ερμηνευτική λειτουργία βαθιά επηρεασμένη από τη χριστιανική και προτεσταντική παράδοση, όπου το κείμενο αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως φορέας ηθικού νοήματος και όχι ως έκφραση μιας κοσμολογικής τάξης.

Η ελληνική αντίληψη που γέννησε την Οδύσσεια είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν συγκροτείται ως σύστημα ηθικών κανόνων αλλά ως τραγική κοσμοαντίληψη. Έννοιες όπως η μοίρα, η ύβρις, η φιλοξενία, η τιμή και το κλέος δεν υπόκεινται σε σύγχρονη ηθική στάθμιση αλλά σε μια θεϊκή τάξη ενίοτε αδιάφορη, ενίοτε άδικη, πάντα όμως υπερβατική του ατόμου. Ο Οδυσσέας δεν είναι “τραυματισμένος βετεράνος” που αναζητά ψυχολογική ίαση, ούτε σύγχρονος ήρωας εγκλωβισμένος σε θεραπευτικές αφηγήσεις περί ταυτότητας και τραύματος. Είναι ο “πολυμήχανος” άνθρωπος μέσα στον κόσμο που αγωνίζεται να επιβιώσει, να διατηρήσει την τιμή του και να επιστρέψει στον οίκο του - ένα σύμπαν όπου οι έννοιες αυτές διαθέτουν βαρύτητα υπαρξιακή και σχεδόν ιερή, όχι ψυχολογική.

Το ίδιο ισχύει και για τις επιλογές του καστ, που δεν είναι απλώς “καλλιτεχνική ελευθερία” όπως ισχυρίζονται οι υπερασπιστές της ταινίας, αλλά έκφραση μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής επιλογής και πολιτικής νοοτροπίας - της αμερικανικής, μεταπροτεσταντικής αντίληψης περί “αντιπροσώπευσης” (representation) ως ηθικού χρέους. Η επιλογή να ερμηνεύσει η Nyong'o την Ελένη, ή ο Elliot Page έναν ρόλο άσχετο με το βιολογικό του φύλο, δεν πηγάζει από καμία εσωτερική ανάγκη της ελληνικής αφήγησης, αλλά αντανακλά τις ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο δυτικό δημόσιο λόγο. Το χειρότερο: επιβάλλονται σαν διορθωτικό επίστρωμα του μύθου!

Η αναφορά του Νόλαν στη Γουίλσον ενισχύει αυτή την ανάγνωση. Η μετάφρασή της δεν περιορίζεται στη γλωσσική απόδοση του κειμένου, αλλά συνοδεύεται από μια συνειδητή ερμηνευτική τοποθέτηση που αναδεικνύει ζητήματα όπως η γυναικεία εμπειρία, οι σχέσεις εξουσίας και οι έμφυλες διαστάσεις της αφήγησης. Πρόκειται για ζητήματα απολύτως θεμιτά στο πλαίσιο της σύγχρονης ακαδημαϊκής συζήτησης. Το ερώτημα, όμως, παραμένει κατά πόσο ανήκουν οργανικά στον ομηρικό κόσμο ή αποτελούν εργαλεία ανάγνωσης που προέρχονται από μια πολύ μεταγενέστερη ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα.

Δεν πρόκειται λοιπόν για “κακή” ή “καλή” ταινία με την αισθητική έννοια, ωστόσο είναι, σύμφωνα με αρκετούς κριτικούς, οπτικά εντυπωσιακή. Πρόκειται για μια κατηγορηματική απόδειξη ότι η Δύση εξακολουθεί να μην μπορεί να προσεγγίσει τον ελληνικό πολιτισμό ως αυτόνομο κοσμοείδωλο· τον προσεγγίζει πάντα ως πρώτη ύλη προς εξημέρωση, προς μετάφραση στο δικό της ηθικό-πολιτικό λεξιλόγιο.

Η τάση αυτή δεν είναι καινούργια. Είναι η ίδια λογική που οδήγησε τους Γερμανούς ιδεαλιστές να αναζητήσουν στην Ελλάδα την ενσάρκωση του “Πνεύματος”, που έκανε τους Βρετανούς φιλέλληνες να ερωτευθούν μια Ελλάδα προσαρμοσμένη στις αισθητικές και πολιτικές ανάγκες του δικού τους νεοκλασικισμού, και που σήμερα ωθεί το Χόλιγουντ να αναζητεί στον Όμηρο ένα πεδίο προβολής σύγχρονων πολιτισμικών και ταυτοτικών προβληματισμών.

Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να παραγνωριστεί η αντίθετη άποψη, η οποία είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στον αμερικανικό ακαδημαϊκό και κριτικό χώρο. Σύμφωνα με αυτήν, οι μύθοι ουδέποτε υπήρξαν στατικά και αμετάβλητα μορφώματα· αντιθέτως, επιβίωσαν ακριβώς επειδή κάθε εποχή τους επαναδιατύπωνε σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες. Από αυτή την οπτική, η απαίτηση για “πιστότητα” ή “ιστορική αυθεντικότητα” σε ένα έργο προφορικής παράδοσης συνιστά ψευδοπρόβλημα. Επιπλέον, η καταγγελία περί “πολιτικής ατζέντας” θεωρείται και η ίδια προϊόν του σύγχρονου αμερικανικού πολιτισμικού πολέμου, άρα εξίσου εξαρτημένη από τις ίδιες δυτικές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που υποτίθεται ότι καταγγέλλει.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο Όμηρος δικαιούται να μεταφράζεται, να επανερμηνεύεται ή να κινηματογραφείται. Το ερώτημα είναι αν, μέσα από αυτές τις αλλεπάλληλες αναγνώσεις, εξακολουθεί να ακούγεται η φωνή του ίδιου του ομηρικού κόσμου ή αν τελικά ο ελληνικός μύθος καταλήγει να ξαπλώνει διαρκώς στο προκρούστειο κρεβάτι των ιδεολογικών αναγκών κάθε εποχής.

🏴󠁧󠁢󠁥󠁮󠁧󠁿 Christopher Nolan's Odyssey is one of the most ambitious film productions of recent years. Based on the Homeric epic, shot on location in Morocco, Italy, and Greece, with a budget reported to approach $250 million and an unprecedented international promotional campaign, the film has already succeeded in turning Homer, Greek mythology, and Greece itself into a subject of extensive public debate.

The reflections that follow do not concern the film itself, but rather the mythologizing discourse that has grown up around it, as well as the broader cultural and ideological assumptions underlying the modern Western reception of the Homeric world.

Nolan himself has publicly acknowledged that he was influenced by Emily Wilson's translation, which he called "revolutionary"... This admission carries particular weight, because what we are dealing with is not a cinematic adaptation of the Homeric epic itself, but an adaptation of an already reformulated Anglo-Saxon version of it.

In other words, the Homeric text passes through the filter of a post-liberal, Protestant academic tradition and, as a product of that process, is transformed once again to serve the aesthetic, ideological, and thematic concerns of contemporary Western cinema.

Every translation is inevitably a form of interpretation. The question is what kind of interpretation is chosen, and what cultural presuppositions it embeds.

The problem does not lie in the fact that the Greek myth is being reinterpreted. Myth, after all, is not sacred text with fixed, dogmatic content; rather, it is a living narrative organism. It is by definition multiform, oral, ritually re-created with every new act of telling. Every age and every storyteller adds its own perspective. But re-creation is one thing, and the transposition of a myth into an entirely different cultural frame of reference - one that tends to reshape it according to its own value categories - is quite another.

The Western, and specifically the Anglo-Saxon Protestant, mindset does not know how to stand before Greek myth except by moralizing it - translating it into concepts that are familiar to it: guilt/innocence, oppression/emancipation, victim/perpetrator, individual conscience confronting a morally ordered universe. This is an interpretive operation deeply shaped by the Christian and Protestant tradition, in which the text is treated primarily as a vehicle of moral meaning rather than as the expression of a cosmological order.

The Greek worldview that produced the Odyssey is something entirely different. It is not organized as a system of moral rules but as a tragic conception of existence. Concepts such as fate, hubris, hospitality, honor, and glory (kleos) are not subject to modern moral weighing but to a divine order - at times indifferent, at times unjust, but always transcending the individual. Odysseus is not a "wounded veteran" seeking psychological healing, nor a modern hero trapped in therapeutic narratives of identity and trauma. He is polymechanos - the man of many devices - set within a world where he struggles to survive, to preserve his honor, and to return home: a universe in which these concepts carry a weight that is existential and almost sacred, not psychological.

The same holds for the casting choices, which are not simply "artistic freedom," as the film's defenders claim, but the expression of a specific cultural choice and political disposition - the American, post-Protestant conception of "representation" as a moral obligation. The casting of Nyong'o as Helen, or of Elliot Page in a role unrelated to his biological sex, does not arise from any internal necessity of the Greek narrative; it reflects the broader political and social preoccupations that characterize contemporary Western public discourse. Worse still: these choices are imposed as a corrective overlay on the myth itself.

Nolan's reference to Wilson reinforces this reading. Her translation is not confined to rendering the text linguistically; it is accompanied by a deliberate interpretive stance that foregrounds issues such as women's experience, power relations, and the gendered dimensions of the narrative. These are entirely legitimate concerns within contemporary academic discussion. The question, however, remains whether they belong organically to the Homeric world or constitute reading tools drawn from a far later historical and cultural reality.

This is not, then, a matter of the film being "good" or "bad" in an aesthetic sense - indeed, by most critical accounts, it is visually striking. Rather, it stands as categorical proof that the West still cannot approach Greek civilization as an autonomous worldview in its own right; it continues to treat it as raw material to be tamed, to be translated into its own moral-political vocabulary.

This tendency is nothing new. It is the same logic that led the German Idealists to seek in Greece the embodiment of "Spirit," that led British philhellenes to fall in love with a Greece tailored to the aesthetic and political needs of their own neoclassicism, and that today drives Hollywood to seek in Homer a screen onto which to project contemporary cultural and identity concerns.

It would, however, be unfair to ignore the opposing view, which is quite widespread in American academic and critical circles. According to this view, myths have never been static, unchanging structures; on the contrary, they have survived precisely because every age has reformulated them according to its own needs. From this perspective, demanding "fidelity" or "historical authenticity" from a work of oral tradition is a false problem. Moreover, the charge of a "political agenda" is itself seen as a product of the contemporary American culture war, and thus equally dependent on the very Western ideological conflicts it purports to denounce.

The real question, then, is not whether Homer has the right to be translated, reinterpreted, or filmed. The question is whether, through this succession of readings, the voice of the Homeric world itself can still be heard - or whether Greek myth is ultimately condemned to lie forever on the Procrustean bed of each era's ideological needs.

 

 

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Ελληνισμός: ο εφιάλτης του τουρκικού εθνικισμού


 
Θυμάμαι, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής κουβέντας για την Ιστορία και τον πολιτισμό στην Ανατολή, την έντονη και αναίτια επίθεση που δέχθηκα από έναν Τούρκο πανεπιστημιακό. Σε μια αποστροφή του λόγου του, μου απευθύνθηκε με εμφανή προκλητικότητα, ρωτώντας με: "Και ποιος σου είπε εσένα ότι ο Όμηρος ήταν Έλληνας;"
 
Ομολογώ πως, προς στιγμήν, έμεινα να τον κοιτάζω με απορία, προσπαθώντας να αποφασίσω πώς να διαχειριστώ μια τόσο ανιστόρητη τοποθέτηση. Η αυθόρμητη αντίδρασή μου ήταν να του απαντήσω: "Δεν χρειάζεται να μου το πει κανείς! Είναι γραμμένο στο γενετικό μου κώδικα, αλλά και σε κάθε θραύσμα των αρχαιολογικών ευρημάτων που οι αρχαιολόγοι σας φέρνουν στο φως. Όπου κι αν σκάψετε στην Τουρκία, ξεθάβετε με απογοήτευση ελληνικές επιγραφές που μαρτυρούν το προαιώνιο παρελθόν του τόπου".
 
Ήθελα επίσης να του πω ότι, πριν διεκδικήσει την πατρότητα του Ομήρου, καλό θα ήταν να διερευνήσει και να αναγνωρίσει τη δική του ταυτότητα· γιατί μπορεί να δηλώνει Τούρκος, αλλά δεν ξέρει από πού κρατά η σκούφια του. Και μπορεί να κατανοώ την αγωνία του να αποκτήσει η χώρα του ένα ένδοξο πολιτισμικό παρελθόν, αλλά δεν τη συμμερίζομαι.
 
Αυτό ακριβώς του απάντησα - με μια φλεγματική απάθεια που θα ζήλευε κι ο βασιλιάς Κάρολος - κι έγινε... Τούρκος. Δεν ήταν καλή απάντηση. Σκοπός δεν είναι η προσβολή του όποιου συνομιλητή αλλά η κατανόηση, η αναζήτηση ή η ανάδειξη της αλήθειας ακόμη κι όταν αυτή είναι άβολη. 
 
Καταλαβαίνετε - υποθέτω, η συζήτηση ούτε ακαδημαϊκή ήταν ούτε ψύχραιμη. Όσο ο συνομιλητής μου αδυνατούσε να προσκομίσει το οποιοδήποτε τεκμήριο που να δίνει έστω, μια στοιχειώδη βάση στον ισχυρισμό του, τόσο περισσότερο εξοργιζόταν. Σχεδόν τον λυπήθηκα και δεν έδωσα συνέχεια στο όλο θέμα.
 
Αλλά, προσέξτε. Αυτή ακριβώς η αγωνία των γειτόνων μας δεν είναι τυχαία. Ούτε η συζήτηση ήταν μεμονωμένη, ούτε και τα άρθρα που δημοσιεύονται σποραδικά από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης είναι αθώα. Όλα μαζί, αποτυπώνουν με εύγλωττο τρόπο το βαθύ πρόβλημα ταυτοτικής ανεπάρκειας που διατρέχει μεγάλο μέρος της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας και διανόησης.
 
Η Τουρκία, ως απόγονος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βρέθηκε αντιμέτωπη με την ανάγκη κατασκευής μιας συμπαγούς εθνικής ταυτότητας. Ο κεμαλισμός προσπάθησε να το κάνει με τον κρατικισμό, τον εθνολαϊκισμό και τον ιστορικό αναθεωρητισμό, ενώ ο ισλαμισμός - ιδίως στην εποχή Ερντογάν - έχει στραφεί στην θεολογική ουτοπία και τον παντουρκισμό. 
 
Στόχος της εθνικιστικής τουρκικής διανόησης υπήρξε ανέκαθεν η βίαιη ομογενοποίηση των πληθυσμών της Μικράς Ασίας και ο σφετερισμός των στοιχείων της ταυτότητας των προαιώνιων γηγενών λαών - κυρίως των Ελλήνων. Ήταν εκείνη η ανάγκη για αυτοπροσδιορισμό έναντι "ανώτερων" πολιτισμών που "με θράσος" εξακολουθούσαν να επιβιώνουν στην Ανατολία, που τους οδήγησε και στο έγκλημα αλλά και στην εργαλοιοποίηση της Ιστορίας για να θεμελιώσουν ένα κίβδηλο "ηθικό δικαίωμα" κυριαρχίας.
 
Η άρνηση της ελληνικότητας του Ομήρου, η διεκδίκηση της Αγίας Σοφίας, η συστηματική υποβάθμιση ή διαστρέβλωση της ελληνικής παρουσίας στην Μικρά Ασία, και η κατασκευή ενός "μεγάλου τουρκικού έθνους" που δήθεν υπήρχε από την αρχαιότητα, είναι εκφάνσεις της ίδιας αγωνίας. Να γεμίσει το κενό μιας σχετικά πρόσφατης εθνογένεσης με δανεικά ή πλαστά μεγαλεία, συχνά με την ταυτόχρονη απαξίωση ή εξαφάνιση της πραγματικής ιστορίας τόπου και λαών.
 
Δεν πρόκειται απλώς για ιστορική άγνοια ή προπαγάνδα. Πρόκειται για βαθιά ταυτοτική ανασφάλεια που τροφοδοτεί επιθετικότητα, αναθεωρητισμό και την ανάγκη συνεχούς "επιβεβαίωσης" μέσω σύγκρουσης με τον "Άλλο" - ιδίως με τον Ελληνισμό, που συμβολίζει την συνέχεια ενός πολιτισμού χιλιάδων ετών στον ίδιο χώρο.

 

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Η Πρωτομαγιά που προδώσαμε

 

Φωτογραφίες της Jane Nicholl με τα ξύλινα γλυπτά στο Wat Tyler Country Park, τα οποία μνημονεύουν τη βίαιη εξόντωση των τελευταίων εξεγερμένων χωρικών στο γειτονικό Norsey Woods.

Καθώς περνούν τα χρόνια, το ερώτημα επιστρέφει με αυξανόμενη ενόχληση: τί ακριβώς γιορτάζουμε την Πρωτομαγιά και με ποιο ηθικό δικαίωμα επικαλούμαστε ακόμα τον συμβολισμό της συγκεκριμένης ημέρας; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι η πιο ειλικρινής πρόκληση που μπορεί να απευθύνει κανείς σε μια κοινωνία που έχει μάθει να συμβιώνει άνετα με τις αντιφάσεις της.
 
Γιατί η αδράνεια που παρατηρούμε γύρω μας δεν είναι απλή αδυναμία ή κούραση. Είναι επιλογή. Οι πολίτες δεν αδυνατούν απλώς να υπερασπιστούν δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αίμα και κόπο· πολύ συχνά συμβάλλουν οι ίδιοι στην αποδόμησή τους, υιοθετώντας αφηγήματα που παρουσιάζουν την υποβάθμιση της ζωής τους ως “αναπόφευκτη πραγματικότητα” ή “κοινό συμφέρον”. Πίσω από αυτά τα αφηγήματα κρύβονται πολιτικοί όλων των αποχρώσεων, συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και κάθε λογής διαχειριστές, οι οποίοι από τη μία αποδομούν εργασιακές κατακτήσεις και από την άλλη κομπάζουν για τις δήθεν παροχές που «διορθώνουν» «αδικίες», ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν το ίδιο πλέγμα εξάρτησης και διαρκούς ανακύκλωσης των προβλημάτων που υποτίθεται ότι θεραπεύουν.
 
Η ιστορική οπισθοδρόμηση δεν είναι απλά εντυπωσιακή... Είναι ντροπή ένας εργαζόμενος να μην μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη για να ζήσει ανθρώπινα από τη δουλειά του. Είναι προσβλητικό για την ίδια την έννοια της ανθρώπινης αξίας να μην μπορεί να θρέψει την οικογένειά του χωρίς να εξαντληθεί σωματικά και ψυχικά. Είναι εξοργιστικό να αναγκάζεται σε δύο και τρεις δουλειές, χωρίς ασφάλεια, χωρίς σταθερότητα, χωρίς καμία προοπτική, απλά και μόνο για να επιβιώνει πληρώνοντας την κυβερνητική ανικανότητα με καπέλο. Είναι ακατανόητη η αδυναμία πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη… Μόνο μία εξήγηση μπορεί να είναι αποδεκτή: το κράτος έχει προδώσει την πιο βασική του αποστολή καθώς, όσα αλλού θεωρούνται αυτονόητα, εδώ παρουσιάζονται ως ανέφικτες πολυτέλειες από ακριβώς εκείνους που ποζάρουν ως υπερασπιστές του εργαζόμενου.
 
Η Πρωτομαγιά έχει εκφυλιστεί προ πολλού σε ένα κενό τελετουργικό. Μια ημέρα “τιμής της εργασίας” που οικειοποιούνται ακριβώς εκείνοι που συνέβαλαν περισσότερο στην υποβάθμισή της. Και ενώ αυτοί μιλούν για “πρόοδο” και “δικαιώματα” και “κατακτήσεις” και “αγώνες”, οι ίδιοι οι πολίτες - με την ανοχή, τη σιωπή τους, τον φόβο τους, τον μικροκομματικό τους διχασμό - λειτουργούν ως ο πιο αποτελεσματικός σύμμαχος αυτής της διάβρωσης.
 
Και η διάβρωση αυτή δεν συντελείται πλέον μόνο στο επίπεδο των νόμων και των αγορών. Συντελείται και εκεί όπου ο αλγόριθμος καθορίζει τι θα γίνει ορατό. Οι πλατφόρμες που “φιλοξενούν” τον σύγχρονο δημόσιο διάλογο και επιβάλλουν το περιεχόμενο και κατευθύνουν την προσοχή στο εντυπωσιακό και το πολωτικό εις βάρος του ουσιαστικού. 
 
Η Πρωτομαγιά - όπως κάθε τι εμπορεύσιμο - γίνεται hashtag, η αγανάκτηση γίνεται story, η διεκδίκηση γίνεται post που εξαντλούνται με το σκρολάρισμα. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η εξαφάνιση της αντίστασης· είναι ότι αυτή προδιαγράφεται ως αδρανής ακόμα πριν εκφραστεί, ενσωματωμένη εκ των προτέρων στον ίδιο τον μηχανισμό που υποτίθεται ότι αμφισβητεί. Έτσι προκύπτουν θεσμοί που λειτουργούν αλλά δεν εμπνέουν, και πολίτες που συμμετέχουν αλλά δεν πιστεύουν. Βλέπε δικαιοσύνη...
 
Δεν χρειάζεται να γίνουμε Ροβεσπιέροι για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αρκεί να παραδεχτούμε ότι η χρόνια παθητικότητα απέναντι στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα αλλά συναίνεση. Και ότι η αγανάκτηση, όταν η αδικία παγιώνεται, δεν είναι απλώς συναίσθημα αλλά πολιτική ανάγκη.
 
Αν θέλουμε να τιμήσουμε ειλικρινά αυτή την ημέρα, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να αυταπατώμαστε. Η αναδιάταξη της σχέσης πολίτη και εξουσίας δεν θα έρθει με συμβολικές πορείες, κενές διακηρύξεις ή (viral) αναρτήσεις. Χρειάζεται απόφαση και γι’ αυτή την απόφαση θα απαιτηθεί θάρρος για να κοιτάξουμε κατάματα τη δική μας ευθύνη για την κατάσταση που καταγγέλλουμε.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;


 
Το ερώτημα επανέρχεται διαρκώς κάθε φορά που η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε περιόδους υψηλής έντασης. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι αρκετή, όπως δεν είναι αρκετό να εξετάσουμε μόνο τη νομιμότητα των πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
 
Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο τέτοιες ενέργειες μεταβάλλουν την ίδια τη δομή της περιφερειακής ασφάλειας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η διεθνής νομιμότητα. Διότι, στην πράξη, η χρήση στρατιωτικής ισχύος από ισχυρά κράτη τείνει να δημιουργεί προηγούμενα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και άλλων δρώντων.
 
Στην περίπτωση του Ιράν, η εν εξελίξει επιχείρηση δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα ή τη στρατιωτική του ισχύ. Ούτε καν το ύφος, το περιεχόμενο ή τη δομή εξουσίας στη χώρα. Αφορά πρωτίστως τον ρόλο που διαδραματίζει ως περιφερειακός πόλος επιρροής στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια ανταγωνιστικών δυνάμεων να περιορίσουν αυτή την επιρροή πριν αποκτήσει μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την οπτική, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν λιγότερο μια στιγμιαία απάντηση σε μια απειλή και περισσότερο ένα εργαλείο διαμόρφωσης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
 
Παράλληλα, η επίκληση του “σκοπού” ως ηθικής δικαιολόγησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας. Όσο πιο ασαφές γίνεται το όριο μεταξύ άμυνας, αποτροπής και προληπτικού πλήγματος, τόσο περισσότερο η έννοια της νομιμότητας μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν τα μέσα δικαιολογούνται από τον σκοπό. Είναι κατά πόσο η αποδοχή μιας τέτοιας λογικής, ακόμη και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπονομεύει το ίδιο το πλαίσιο κανόνων που υποτίθεται ότι συγκρατεί την ανεξέλεγκτη χρήση ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
 
Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής, η διάκριση μεταξύ νομιμότητας και ισχύος αρχίζει να θολώνει. Τότε η διεθνής τάξη μετατρέπεται περισσότερο σε πεδίο συσχετισμών παρά σε σύστημα κανόνων, ενώ η βία της ισχύος παρουσιάζεται ως δομικό στοιχείο ενός κόσμου όπου η πολιτική σκοπιμότητα υπερέχει της νομιμότητας και κάθε έννοιας δικαίου.
 
Οι ρητορείες περί "αναγκαιότητας", "ασφάλειας" ή "ιστορικής αποστολής" καταρρέουν μπροστά στην εμπειρία των ανθρώπων που καλούνται να πληρώσουν το πραγματικό κόστος των αποφάσεων. Η απόσταση ανάμεσα στους στρατηγικούς στόχους και στην ανθρώπινη πραγματικότητα είναι εμφανής.
 
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για τις ενέργειες εναντίον του Ιράν δεν είναι μόνο νομική ή στρατηγική. Είναι και βαθιά πολιτισμική. Κάθε εποχή κατασκευάζει το δικό της λεξιλόγιο για να περιγράψει την αναγκαιότητα της ισχύος: άλλοτε "αυτοάμυνα", άλλοτε "σταθερότητα", άλλοτε "αποτροπή". Πίσω όμως από τις έννοιες αυτές παραμένει το ίδιο διαχρονικό ερώτημα: ποιός αποφασίζει ποιος σκοπός είναι αρκετά σημαντικός ώστε να δικαιολογεί τα μέσα;
 
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες σπάνια απαντούν σε αυτό το ερώτημα πριν από τη σύγκρουση. Συνήθως το αντιμετωπίζουν εκ των υστέρων και τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από τη θεωρία της δικαιολόγησης στη συνειδητοποίηση του κόστους. Διότι, όσο πειστική κι αν φαίνεται η λογική του σκοπού στο επίπεδο της στρατηγικής, η πραγματικότητα των μέσων είναι εκείνη που τελικά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία.
 
Και ο καθορισμός αυτός αναπόφευκτα απογυμνώνει κάθε πόλεμο, κάθε πολεμική σύρραξη ή στρατιωτική επιχείρηση - όπως κι αν επιλέξει κανείς να την ονομάσει - από κάθε ηθική δικαιολόγηση.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Θαυμαστά τα επιτεύγματα της σύγχρονης αρετής


Αν ο Jonathan Swift περιέγραφε τη σημερινή μας πολιτεία, ίσως να παρατηρούσε με προσποιητή αθωότητα πόσο θαυμαστά εξελιχθήκαμε: κατορθώσαμε να απαλλάξουμε την εξουσία από το ενοχλητικό βάρος της ηθικής και ανακηρύξαμε την αυθαιρεσία σε ύψιστη αρετή. Παλαιότερα οι άρχοντες τουλάχιστον υποκρίνονταν ότι υπηρετούν αρχές. Σήμερα η αυθάδεια και η ιδιοτέλεια είναι επαρκής προσόντα για κάθε αξίωμα.

Αυτή είναι πρόοδος! Οι αξίες δεν μας δεσμεύουν πια· προσαρμόζονται, συρρικνώνονται ή εξαφανίζονται αναλόγως. Η αλήθεια είναι ελαστική - την βαφτίσαμε αφήγημα, η συνέπεια περιττή, και η λογοδοσία ένα παρωχημένο έθιμο που διατηρείται μόνο για εορταστικές περιστάσεις. Αν μια απόφαση ωφελεί τους ισχυρούς, τότε ασφαλώς είναι και σοφή. Αν βλάπτει τους πολλούς, τότε πρόκειται για “αναγκαία θυσία” προς το “κοινό καλό” - ένα κοινό που σπανίως ερωτάται.

Και ο λαός; Με αξιοθαύμαστη πραότητα αποδέχεται την τέχνη της πολιτικής αλχημείας, όπου το ιδιωτικό συμφέρον μετατρέπεται σε δημόσια πολιτική και η ιδιοτέλεια σε πατριωτισμό. Διότι τίποτε δεν είναι τόσο πειστικό όσο ένα μεγαλόστομο σύνθημα που αποκρύπτει μικρόψυχους υπολογισμούς.

Έτσι πορευόμαστε, υπερήφανοι για τη νηφαλιότητά μας, έχοντας πεισθεί ότι η ηθική είναι πολυτέλεια και ότι η ισχύς αποτελεί το ασφαλέστερο επιχείρημα. Και αν κάποιος τολμήσει να απορήσει πώς καταντήσαμε να θαυμάζουμε ό,τι άλλοτε θα καταδικάζαμε, μπορούμε να τον καθησυχάσουμε: πρόκειται απλώς για πρόοδο - μια πρόοδο τόσο εκλεπτυσμένη, ώστε να μην αφήνει πια χώρο για αυταπάτες περί αρετής.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ανθρωπισμός και πολιτική στην εποχή του κενού*


* Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από την πρόσφατη ανάρτηση του Κώστα Χατζηαντωνίου στο Facebook

Τί είναι ο άνθρωπος; Δεν υπάρχει ένας απόλυτος ορισμός. Ο άνθρωπος είναι, βέβαια, ένας ζωντανός οργανισμός, όμως αυτή η απάντηση δεν αρκεί· αν αρκούσε, το ερώτημα δεν θα είχε τεθεί ποτέ. Από κανέναν.

Είναι επίσης ον που γνωρίζει, αντιλαμβάνεται, κατανοεί. Δεν γεννιέται ολοκληρωμένος. Γίνεται. Διαμορφώνεται στην πορεία, σκέπτεται, κρίνει, επιλέγει. Και ακριβώς επειδή επιλέγει, καθίσταται υπεύθυνος για τα έργα του. Από αυτή την ευθύνη πηγάζει και η ηθική του. Οι “εργοστασιακές του ρυθμίσεις” δεν αρκούν για να τον ορίσουν. Η συνείδησή του τον ωθεί να υπερβαίνει τον εαυτό του, να αμφισβητεί, να αναζητά νόημα. Ο άνθρωπος είναι έργο υπό διαμόρφωση.

Όταν αυτή η θεμελιώδης ιδέα εγκαταλείπεται, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στον μηδενισμό. Ο μηδενισμός δεν είναι μόνο φιλοσοφία, είναι και σύγχρονη στάση ζωής. Ως κοινωνική συνθήκη τον αποδεχθήκαμε με ανακούφιση. Σε έναν κόσμο κουρασμένο από ιδέες, η άρνηση κάθε νοήματος μας παρουσιάστηκε ως ρεαλισμός: να μην πιστεύεις, να μην δεσμεύεσαι, να μην κρίνεις. Έτσι το μηδέν βαφτίστηκε ουδετερότητα και η παραίτηση ελευθερία. Όμως ο άνθρωπος που παραιτείται από την αναζήτηση νοήματος, παραιτείται ταυτόχρονα και από την ευθύνη που τον συγκροτεί.

Η σύγχρονη πολιτική προσαρμόστηκε γρήγορα σε αυτή την παραίτηση. Συχνά τη μεθόδευσε. Όταν δεν υπάρχει αλήθεια, όλα είναι αφήγημα. Όταν δεν υπάρχει ευθύνη, όλα είναι διαχείριση. Οι κοινωνίες χωρίς όραμα, χωρίς αξίες και χωρίς αρχές, κυβερνώνται με στατιστικές. Αξιολογούνται με δείκτες και ο άνθρωπος από πρόσωπο γίνεται μονάδα, ένας αριθμός - προσωπικό τον ονομάζουμε στη χώρα μας. Από υποκείμενο γίνεται αντικείμενο καταγραφής...

Δεν χρειάζεται να επιβάλεις βία σε έναν λαό που έχει πειστεί ότι δεν υπάρχει τίποτα άξιο υπεράσπισης. Δεν χρειάζεται λογοκρισία εκεί όπου η αδιαφορία λειτουργεί αποτελεσματικότερα. Το κενό αποδεικνύεται πιο ισχυρό από την καταστολή. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η ισότητα απογυμνώνεται από το ηθικό της περιεχόμενο και περιορίζεται στην ομοιομορφία. Ό,τι ξεχωρίζει θεωρείται ύποπτο. Ό,τι απαιτεί κόπο βαφτίζεται ελιτίστικο. Ό,τι μιλά για βελτίωση λοιδορείται ως αυταρχισμός, τοξικότητα, ακροδεξιά παρέκκλιση, αριστερός φασισμός και ό,τι άλλο σκαρφιστεί ο λωλοστεφανής. Έτσι, η μετριότητα αναδεικνύεται ως ηγέτιδα και η παρακμή βαπτίζεται πρόοδος.

Κάποια στιγμή θα επέλθει και η κατάρρευση. 

Τίποτα, ωστόσο, δεν καταρρέει τυχαία. Οι κοινωνίες αποδομούνται όταν εγκαταλείπεται η ιδέα της εσωτερικής εργασίας. Όταν η ευθύνη μεταβιβάζεται διαρκώς αλλού. Όταν ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον εαυτό του ως έργο υπό διαμόρφωση και αρκείται στον ρόλο του καταναλωτή ταυτοτήτων.

Το μηδέν δεν είναι ουδέτερο. Είναι πολιτική επιλογή! Και ευνοεί όσους κυβερνούν χωρίς να λογοδοτούν. Σε έναν κόσμο χωρίς μέτρο, μόνο ο ισχυρός ορίζει το μήκος του κανόνα. Κάθε κοινωνία, όμως, στηρίζεται σε αόρατα θεμέλια. Όταν αυτά εγκαταλειφθούν στην τύχη τους, το οικοδόμημα στέκει για λίγο από αδράνεια και ύστερα καταρρέει και τότε όλοι αναρωτιούνται το γιατί.

Αν υπάρχει σήμερα πολιτική πράξη πραγματικά επαναστατική - γιατί αυτό ψάχνουμε, δεν είναι η άρνηση των πάντων, αλλά η επαναφορά του μέτρου. Η επιμονή ότι ο άνθρωπος λογοδοτεί πρώτα στον εαυτό του. Ότι η ελευθερία χωρίς σκοπό δεν είναι δικαίωμα, αλλά κενό. Το Μηδέν υπόσχεται να μας απαλλάξει από το βάρος της ευθύνης. Όμως κοινωνίες που δεν αντέχουν βάρος, δεν αντέχουν ούτε την ελευθερία.

Καλώς ήλθατε στην Ελλάδα!

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε και η αισθητική της απώλειας

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, παραμένει μοναδικός, γιατί κατόρθωσε να μετατρέψει τον πόνο και την απώλεια σε αισθητική εμπειρία. 
 
Ο κόσμος του δεν είναι απλώς σκοτεινός. Είναι ένας χώρος μεταιχμιακός ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, όπου η μνήμη γίνεται εμμονή και ο έρωτας επιβιώνει μόνο ως φάντασμα.
 
"Ό,τι βλέπουμε δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σε όνειρο".
 
Η γυναικεία μορφή, τόσο συχνή στο έργο του, δεν λειτουργεί ρεαλιστικά αλλά συμβολικά. Είναι ιδανική, απόμακρη, σχεδόν ιερή, όπως μια επίκληση προς κάτι απρόσιτο.
 
"Ο θάνατος μιας ωραίας γυναίκας είναι, χωρίς αμφιβολία, το πιο ποιητικό θέμα στον κόσμο".
 
Πιστεύω ότι ο Πόε, με τη γραφή του, προσπαθεί - και εν μέρει καταφέρνει - να νικήσει τον θάνατο, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι αυτή η νίκη μπορεί να ιδωθεί μόνο ως αποτυχία.
 
Κι όμως, μέσα σε αυτή την αποτυχία γεννιέται η διαχρονική του γοητεία...
 
"Ύπνος, αυτά τα μικρά κομμάτια θανάτου - πόσο τα απεχθάνομαι".
 
- Το χαρακτικό είναι του Ιρλανδού Harry Clarke

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ανυπότακτοι και ανεπιθύμητοι

 

© Πηνελόπη Μασούρη

Αν ο Σμαραγδής έφτιαχνε μια ταινία για τον Καραϊσκάκη, για τον Κολοκοτρώνη ή τον Ανδρούτσο (χωρίς περιορισμό στη λίστα), ή έστω για τον Καραγκιόζη, τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί συντελεστές της ταινίας του πάλι θα είχαν να περάσουν από τις ίδιες συμπληγάδες. Πάλι θα έβρισκαν μπροστά τους τους ίδιους λωτοφάγους. Πάλι θα είχαν να αντιμετωπίσουν τις ίδιες συκοφαντίες και τις ίδιες κατηγορίες από κάποιον απόγονο του Ανδροκλή.
 
Βλέπετε, εκείνο το "ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν" δεν ήταν ποτέ απλώς μια γεωπολιτική δήλωση, αλλά ένα φίλτρο μέσα από το οποίο περνάμε την Ιστορία μας για να δούμε τι "χωράει" και τι περισσεύει. Και συνήθως αυτό που περισσεύει είναι το ανυπότακτο, το ανορθόδοξο, το βαθιά λαϊκό και, ταυτόχρονα, το τραγικό στοιχείο της ελληνικής εμπειρίας. Εκείνο το στοιχείο που ποτέ δεν συμβιβάστηκε, που ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι.
 
Γι’ αυτό και κάθε φορά που επιχειρείται να ειπωθεί μια μεγάλη αφήγηση για τους ήρωες της Επανάστασης, δεν κρίνεται μόνο η αισθητική και η ιστορική ακρίβεια· κρίνονται και οι ίδιοι οι ήρωες, και μένει να αποφασιστεί αν τους επιτρέπεται να είναι αυτό που πραγματικά ήταν.
 
Οι συμπληγάδες είναι ιδεολογικές. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε μια μνήμη που επιμένει και σε μια λήθη που παρουσιάζεται ως πρόοδος. Οι λωτοφάγοι είναι όργανα αυτής της λήθης και οι απόγονοι του Ανδροκλή οι χρήσιμοι ηλίθιοι. Δεξιόστροφοι και αριστερόστροφοι· για διαφορετικούς λόγους οι μεν από τους δε, το ίδιο ηλίθιοι όμως.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2022

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)


 
Κλείνουν σήμερα 111 χρόνια από τη γέννηση ενός εκ των σημαντικότερων Έλληνων ποιητών. Πολλά και σπουδαία συνέβησαν στο μεσοδιάστημα. Πολλά για να υπερηφανευόμαστε, περισσότερα για να ντρεπόμαστε. Με την υπερηφάνεια και την ντροπή, από την Ελλάδα του Ελύτη, του Σεφέρη, του Τσιτσάνη, του Χατζηδάκι, του Χόρν και του Ανδρόνικου, βρεθήκαμε στην Ελλάδα του Άδωνι, του Πάτση, του Φιλιππίδη, του Λιγνάδη... και τόσων άλλων.
 
Κατακρεουργήσαμε την γλώσσα μας, καταφερθήκαμε - χωρίς αιδώ - ο ένας απέναντι στον άλλον, συνωστιζόμαστε στα social media και στα τηλεπαράθυρα, και υποχρεώνουμε καθημερινά την συνείδησή μας να συμβιβάζεται με τις ακαθαρσίες και τη φθορά γύρω μας. Με το τσιγάρο στο ένα χέρι και με τον φραπέ στο άλλο, απολαμβάνουμε τη θέα...
 
Θα μου πείτε, είσαι άδικος. Ακόμη συμβαίνουν σπουδαία πράγματα και εξακολουθούν να υπάρχουν πνεύματα φωτεινά που αντιστέκονται και μάχονται! Καμία αντίρρηση. Έτσι είναι. Κι όσο θα είναι έτσι, θα υπάρχει και ελπίδα. Ωστόσο, το μέγεθος του σωρού είναι τόσο αποκαρδιωτικό που δεν επιτρέπει και δεν μπορεί να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, το βλέπουμε δεν το βλέπουμε, ο ελληνισμός αναπνέει μέσα από τον φασισμό - κάθε είδους φασισμό, την κερδοσκοπία, την αμορφωσιά, την "μαγκιά", την εξυπνάδα και μια δήθεν αγανάκτηση που καταντά γελοία...
 
"Ποιός μιλεί στα νερά καί ποιος κλαίει, ακούς;
Ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει, ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;"
- Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)