Δύο διαφορετικά, αλλά βαθιά συγγενή, σχήματα “γέννησης” αναπτύσσονται μέσα από την αντιπαραβολή των δύο εικόνων. Το ένα θεολογικό και υπερβατικό, το άλλο ιστορικό και πολιτικό.
Στην αναπαράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η σκηνή οργανώνεται γύρω από μια κάθετη τομή μεταξύ ουρανού και γης. Η θεία πρωτοβουλία κατέρχεται και η ανθρώπινη βούληση καλείται να συναινέσει, μέσα σε ένα πλαίσιο προϋπάρχουσας αρμονίας. Αντιθέτως, στη λαϊκή αλληγορία του Θεόφιλου, η κίνηση είναι οριζόντια και επίγεια.
Στήριξη.
Αποκατάσταση.
Η διαφορά αυτή ενισχύεται από τη θρησκευτική διάσταση που ενυπάρχει και στις δύο εικόνες, αλλά με διαφορετική λειτουργία. Στον Ευαγγελισμό, το θείο στοιχείο είναι η αφετηρία. Στον πίνακα του Θεόφιλου, το θείο μετατίθεται στο ανώτερο επίπεδο της σύνθεσης. Ο Παντεπόπτης Οφθαλμός και οι άγγελοι, σε χρυσίζον φόντο, βρίσκονται εκεί ως εποπτεύοντες της ιστορίας.
Η μοίρα της Ελλάδας τίθεται υπό θεία προστασία, χωρίς όμως να αίρεται η ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Ο φοίνικας που αναγεννάται, τα αρχαία ερείπια και η μορφή της Αθηνάς συγκροτούν ένα συμβολικό υπόστρωμα όπου το παρελθόν, η καταστροφή και η προσδοκία συνυπάρχουν, όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως διακύβευμα.
Σε αυτό το πεδίο αναδύεται η καθοριστική αντίθεση μεταξύ του Ρήγα και του Κοραή. Η παρουσία τους - καθόλου τυχαία - αποτυπώνει δύο ασύμπτωτες λογικές συγκρότησης του ίδιου (πολιτικού) σώματος της πατρίδας.
Ο Ρήγας ενσαρκώνει την επαναστατική επιτάχυνση της ιστορίας. Η ελευθερία προσδοκάται ως άμεση κατάκτηση, ως ρήξη με το υπάρχον, ως πράξη που προηγείται της ωρίμανσης. Το όραμά του, διαμορφωμένο υπό την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης, υπερβαίνει τα στενά όρια του έθνους, προτείνοντας μια πολυεθνική, βαλκανική πολιτική κοινότητα.
Ο Κοραής, αντίθετα, εκφράζει μια λογική σταδιακής συγκρότησης. Η ελευθερία νοείται ως αποτέλεσμα παιδείας, θεσμών και εσωτερικής καλλιέργειας. Η προσήλωσή του στον Διαφωτισμό και στα ευρωπαϊκά πρότυπα μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την πράξη στη διαμόρφωση των προϋποθέσεών της.
Εκεί όπου ο Ρήγας βλέπει το επείγον της εξέγερσης, ο Κοραής διακρίνει τον κίνδυνο της ανωριμότητας. Εκεί όπου ο πρώτος προτάσσει την πολιτική βούληση, ο δεύτερος επενδύει στη μακρά διάρκεια της παιδείας.
Η αντίθεση αυτή είναι δομική και όχι συγκυριακή. Δεν αφορά μόνο τη μέθοδο (επανάσταση έναντι μεταρρύθμισης), αλλά και την ίδια τη σύλληψη του πολιτικού υποκειμένου: έθνος που συγκροτείται εκ των έσω ή πολυεθνική κοινότητα που αναδύεται μέσα από κοινή εξέγερση; Προσαρμογή σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ή ανατροπή του υπάρχοντος γεωπολιτικού χάρτη; Η Ελλάδα, τοποθετημένη εικαστικά ανάμεσά τους, δεν εμφανίζεται ως αυτόνομος δρων, αλλά ως πεδίο έλξης αντίρροπων στρατηγικών.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο παραλληλισμός με τον Ευαγγελισμό αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα. Όπως η θεία βούληση απαιτεί τη συγκατάθεση της Παναγίας για να ενσαρκωθεί, έτσι και η ελευθερία απαιτεί μια μορφή σύνθεσης μεταξύ πράξης και προετοιμασίας. Ωστόσο, ενώ στην πρώτη περίπτωση η σύνθεση είναι δεδομένη και αρμονική, στη δεύτερη παραμένει ασταθής και συγκρουσιακή.
Η νεοελληνική γέννηση δεν είναι αποτέλεσμα μιας ενιαίας βούλησης, αλλά προϊόν διαρκούς αμφιταλάντευσης!
Η αμφιταλάντευση αυτή δεν εξαντλείται στο ιστορικό παρελθόν. Αναπαράγεται, με διαφορετικούς όρους, ως τις μέρες μας. Από τη μια, η προσήλωση σε υπερεθνικές δομές και θεσμική πειθαρχία, και από την άλλη, ρήξη και ανατροπή.
Η μία πλευρά υπόσχεται σταθερότητα με αντάλλαγμα την ομογενοποίηση, τον περιορισμό της αυτονομίας και της ελευθερίας - ακόμη και την υπονόμευση των θεσμών, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η άλλη, αντιθέτως, προτάσσει την αυτονομία, την κυριαρχία και την αξιοπρέπεια, αποδεχόμενη όμως ως αναπόφευκτο τίμημα την αβεβαιότητα.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, η εικονογραφική αντιπαράθεση δεν αποτυπώνει απλώς μια στιγμή της εθνικής αφήγησης, αλλά ένα διαρκές δίλημμα. Όπως στον Ευαγγελισμό η γέννηση προϋποθέτει τη συνάντηση δύο κόσμων, έτσι και στην περίπτωση της Ελλάδας η συγκρότηση του πολιτικού της σώματος παραμένει αποτέλεσμα μιας ατελούς, συχνά συγκρουσιακής σύνθεσης. Το ζητούμενο δεν είναι η οριστική επικράτηση της μιας ή της άλλης λογικής, αλλά η διαμόρφωση μιας ισορροπίας που, χωρίς να εξαλείφει την ένταση, να την καθιστά δημιουργική.








