Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Μεγάλη Τρίτη: Η δοκιμασία της εγρήγορσης και της Χάριτος

Η Μεγάλη Τρίτη ανοίγει την πύλη της εσωτερικής δοκιμασίας. Η ψυχή καλείται να σταθεί ενώπιον του φωτός και της σκιάς της. Πρόκειται για τη στιγμή και τον χώρο όπου η πνευματική ετοιμότητα και η εσωτερική αυθεντικότητα τίθενται σε δοκιμασία, ως σε πεδίο μύησης και αποκαλύψεως.

Στην Ορθόδοξη παράδοση, η παραβολή των Δέκα Παρθένων έχει έναν βαθύ μυσταγωγικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με τη λειτουργική εμπειρία και την πορεία προς τη θέωση. Το λάδι των φρονίμων παρθένων νοείται ως η άκτιστη Χάρις του Αγίου Πνεύματος, η οποία καλλιεργείται μέσα από τη διαρκή άσκηση, την προσευχή και τη συμμετοχή στα Μυστήρια. Ο Νυμφίος έρχεται αίφνης, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, όπως η Ανάσταση διαρρηγνύει το σκότος του Άδη.

Στον δυτικό κόσμο, η ίδια παραβολή προσλαμβάνει συχνά μια περισσότερο ηθικοδιδακτική διάσταση. Στον Προτεσταντισμό λειτουργεί κυρίως ως προτροπή πίστεως και εγρήγορσης, χωρίς την ίδια έμφαση στη μυστηριακή εμπειρία της Χάριτος και στη μετοχή στη θεία ζωή. Στον Καθολικισμό, προσεγγίζεται ως προετοιμασία για το μελλοντικό εσχατολογικό γεγονός, μέσα από το πρίσμα της δικαιοσύνης και της καλλιέργειας των αρετών.

Το τροπάριο της Κασσιανής, που ψάλλεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τη χαρακτηριστική του μελωδία, αποκαλύπτει τον δρόμο της μεταμόρφωσης με τρόπο βαθιά υπαρξιακό και μυσταγωγικό. Η αμαρτωλή γυναίκα που αλείφει τον Χριστό με μύρο δεν αποτελεί απλώς παράδειγμα μετάνοιας. Καθίσταται εικόνα της ψυχής που εισέρχεται στο μυστήριο της θείας αγάπης, εκεί όπου η πτώση μεταβάλλεται σε αφετηρία αναστάσεως. Η μετάνοια δεν περιορίζεται σε μια ηθική διόρθωση της αστοχίας, αλλά αποκτά χαρακτήρα υπαρξιακής μεταβολής, κατά την οποία η ανθρώπινη αδυναμία δύναται να μεταστοιχειωθεί σε δυνατότητα άμεσης κοινωνίας με το θείο.

Το μύρο συμβολίζει την ευωδία, δηλαδή την παρουσία του Παναγίου Πνεύματος που θεραπεύει και φωτίζει. Στο πλαίσιο άλλων χριστιανικών παραδόσεων, το γεγονός αυτό ερμηνεύεται συχνά περισσότερο ιστορικά ή ηθικά, ως παράδειγμα αγάπης, συγχώρησης ή δικαίωσης, ενταγμένο σε ένα πλαίσιο σχέσης με τον Θεό που προσλαμβάνει ενίοτε περισσότερο ηθικό ή νομικό χαρακτήρα, παρά βιωματικό και μεταμορφωτικό.

Η καταγγελία των Φαρισαίων προσθέτει τη διάσταση της αλήθειας έναντι της υποκρισίας. Στην Ορθόδοξη εμπειρία, τα “Ουαί” δεν συνιστούν απλώς ηθική καταδίκη, αλλά αποκάλυψη της πνευματικής πλάνης. Η εξωτερική θρησκευτικότητα, όταν αποκόπτεται από την εσωτερική ζωή, καθίσταται εμπόδιο στην πορεία προς τη θέωση. Συνεπώς, η κριτική στρέφεται πρωτίστως προς τη διάσπαση του εσωτερικού ανθρώπου.

Στη δυτική θεολογική σκέψη, αναδεικνύεται συχνά και ως εργαλείο ελέγχου της θρησκευτικής αυθεντίας ή ως θεμέλιο μιας περισσότερο άμεσης και ατομικής σχέσης με το θείο, πέρα από λειτουργικές ή ιεραρχικές δομές όπως, για παράδειγμα, στον Προτεσταντισμό, όπου ενισχύεται η αρχή της Sola Scriptura. Στον Καθολικισμό, αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά εντάσσονται σε μια ισορροπία μεταξύ εκκλησιαστικής αυθεντίας και προσωπικής συνείδησης, με έμφαση στην πειθαρχία και την ιερατική ευθύνη.

Κατά την Ορθόδοξη παράδοση, η ημέρα αυτή καλεί την ψυχή να συνδυάσει την εγρήγορση με τη διάκριση και την προσωπική μεταμόρφωση με τη συλλογική ευθύνη εντός του σώματος της Εκκλησίας. Ενώ άλλες χριστιανικές προσεγγίσεις τείνουν να εστιάζουν περισσότερο στην ατομική σωτηρία ή στην αναμονή της Δευτέρας Παρουσίας ως μελλοντικού γεγονότος, η Ορθοδοξία βιώνει τη Μεγάλη Τρίτη ως οργανικό μέρος του ενιαίου δράματος Πάθους και Αναστάσεως, όπου κάθε σύμβολο - το λάδι, το μύρο, τα “Ουαί” - λειτουργεί ως μυσταγωγική πύλη.

Το λάδι, το μύρο, η καταγγελία· όλα συνιστούν σύμβολα που φωτίζουν την πορεία προς την πνευματική εγρήγορση και τη μετοχή στο μυστήριο του θείου δράματος, όπως αυτή διαφυλάσσεται και βιώνεται στην αδιάκοπη λειτουργική και ασκητική εμπειρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Το μήνυμα της Μεγάλης Δευτέρας

 


Η Μεγάλη Δευτέρα δεν μας εισάγει απλώς χρονικά στη Μεγάλη Εβδομάδα, αλλά θέτει εξαρχής το υπαρξιακό και ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να ασκηθούμε και να βιώσουμε το θαύμα που κορυφώνεται στο θείο δράμα. Στην ορθόδοξη παράδοση, η ημέρα αυτή υπερβαίνει την απλή ανάμνηση ιστορικών γεγονότων και λειτουργεί ως πνευματικός καθρέφτης, καλώντας τον άνθρωπο να αναμετρηθεί με την εσωτερική του κατάσταση και τις επιλογές του.

Έτσι, δεν σηματοδοτεί μόνο την έναρξη μιας θρησκευτικής ακολουθίας, αλλά αναδεικνύεται σε συμπυκνωμένο σύμβολο εσωτερικής κρίσης και ηθικής αποτίμησης. Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος και η άκαρπη συκιά που καταράστηκε ο Ιησούς Χριστός εκφράζουν δύο όψεις της ίδιας πνευματικής απαίτησης. Από τη μία, την αντοχή στην αδικία χωρίς ηθική έκπτωση κι από την άλλη, την απόρριψη της κενής και άκαρπης επίφασης.

Μια τέτοια ανάγνωση δεν απέχει από τον πυρήνα του ελληνικού πνεύματος. Η δοκιμασία του δικαίου παραπέμπει στην εσωτερική ένταση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όπου η αρετή δεν λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας, αλλά δοκιμάζεται και αναδεικνύεται μέσα από τη σύγκρουση και το πάθος. Παράλληλα, η καταδίκη της υποκρισίας συναντά την αριστοτελική θέση ότι η πράξη συνιστά το ουσιαστικό μέτρο της ηθικής αξίας.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και μια ειδοποιός διαφορά. Η ορθόδοξη παράδοση, στο σύνολό της, θεμελιώνει αυτή την πορεία στην προοπτική της θέωσης και της σχέσης του ανθρώπου με το θείο. Η ελληνορθόδοξη εκδοχή της, χωρίς να απομακρύνεται από αυτόν τον πυρήνα, ενσωματώνει πιο εμφανώς τα μορφολογικά και εννοιολογικά σχήματα της ελληνικής σκέψης. Την τραγικότητα της συνειδήσεως, το μέτρο, τη λογική συνοχή και το εμπειρικό βίωμα της αλήθειας. Έτσι, η ηθική δοκιμασία δεν βιώνεται μόνο ως πνευματική δοκιμή, αλλά και ως υπαρξιακή διεργασία αυτογνωσίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και νεότεροι θεολόγοι και φιλόσοφοι, έχουν αναδείξει αυτή τη γόνιμη σύζευξη. Το ελληνικό πνεύμα - με την προσήλωσή του στο μέτρο, την αλήθεια και την αποφυγή της ύβρεως - συναντά και μορφοποιεί το χριστιανικό βίωμα, χωρίς να το αλλοιώνει. Πρόκειται για μία διαφορετική ή μάλλον εναλλακτική ερμηνευτική προσέγγιση με σαφές ιστορικό και πνευματικό έρεισμα.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Μεγάλη Δευτέρα αναδεικνύεται σε διαχρονικό καθρέφτη όχι μόνο της πίστης, αλλά πρωτίστως της αυθεντικότητας. Σε αυτή τη δημιουργική σύγκλιση, όπου το θρησκευτικό βίωμα συναντά τη φιλοσοφική απαίτηση για μέτρο και αλήθεια, διαφαίνεται μια βαθύτερη συνέχεια που διατρέχει τον ελληνικό τρόπο σκέψης, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η διάκριση ανάμεσα στο καθολικό ορθόδοξο βίωμα και τη ελληνική του έκφραση.

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Η έλευση στα Ιεροσόλυμα και η δοκιμασία της ανθρώπινης ελευθερίας

Η Κυριακή των Βαΐων, στο πλαίσιο της Ορθόδοξης παράδοσης, δεν αποτελεί απλώς προοίμιο της Μεγάλης Εβδομάδας, αλλά μια κρίσιμη αποκάλυψη της ανθρώπινης στάσης απέναντι στο θείο και, κατ’ επέκταση, απέναντι στην ίδια την ελευθερία του ανθρώπου.

Η θριαμβευτική υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα φωτίζει δύο διακριτές οδούς: εκείνη της πρόσκαιρης αποδοχής, που τρέφεται από τον ενθουσιασμό και τις προσδοκίες ενός επίγειου θριάμβου, και εκείνη της σιωπηλής, ανθεκτικής πίστης, που δεν εξαρτάται από την επιβεβαίωση ή την άμεση δικαίωση.

Η πρώτη οδός, αν και μαζική και εντυπωσιακή, αποδεικνύεται εύθραυστη. Η ίδια η φωνή που υμνεί μπορεί σύντομα να στραφεί σε απόρριψη, όταν ή αν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στις ανθρώπινες επιδιώξεις. Αντιθέτως, η δεύτερη οδός, λιγότερο ορατή αλλά ουσιωδώς βαθύτερη, εδράζεται στην ελευθερία της ανθρώπινης φύσης να επιλέγει πέρα από τον φόβο, την απογοήτευση ή την κοινωνική πίεση. Πρόκειται για μια πίστη που δεν επιβάλλεται ούτε επιδεικνύεται, αλλά επιμένει.

Υπό αυτό το πρίσμα, η έλευση στα Ιεροσόλυμα μέχρι την πορεία προς τον Γολγοθά και μετά στην Ανάσταση δεν είναι γραμμική. Δεν είναι αυτονόητη. Μεσολαβεί η δοκιμασία της Μεγάλης Εβδομάδας, όπου η ανθρώπινη ελευθερία καλείται να αποδεσμευτεί από την ανάγκη του θεάματος και να στραφεί προς μια συνειδητή, εσωτερική επιλογή.

Αυτό το “πέρασμα” που οδηγεί στην τελική μεταμόρφωση εορτάζουμε και όχι το πέρασμα των Εβραίων! Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση ιστορικά, θεολογικά, φιλοσοφικά και πολιτισμικά μαζί τους. Αυτό, το αναφέρω και το σημειώνω για όσους επιμένουν μέσα στην άγνοιά τους να συγχέουν γεγονότα και έννοιες που, αν και φέρουν μια επιφανειακή ομοιότητα, εντάσσονται σε εντελώς διαφορετικά νοητικά και πνευματικά πλαίσια.

Το χριστιανικό βίωμα του Πάσχα εκκινεί από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία: την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο και την ανάγκη υπέρβασής του. Δέον, λοιπόν, είναι και οι ευχές που ανταλλάσσουμε να αντανακλούν αυτή τη διάκριση: “Καλό Πάσχα” μέχρι και τη Μεγάλη Πέμπτη και “Καλή Ανάσταση” από τότε και έπειτα.

Αξίζει, τέλος, μια διευκρίνιση που φωτίζει τη δραματική ακολουθία των ημερών. Η Ανάσταση του Λαζάρου, την οποία εορτάσαμε χθες, λειτούργησε ως γεγονός που ενίσχυσε τον ενθουσιασμό του πλήθους κατά την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Το θαύμα της επαναφοράς ενός νεκρού στη ζωή εκλήφθηκε ως “τεκμήριο” δύναμης και τροφοδότησε τις προσδοκίες ενός επίγειου θριάμβου.

Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η βαθύτερη διάσταση του μηνύματος που εκπέμπει ο χριστιανισμός. Η νίκη επί του θανάτου δεν ταυτίζεται με την αποφυγή του Σταυρού. Το θαύμα δεν αναιρεί την οδό της θυσίας. Αντιθέτως, την προαναγγέλλει χωρίς να την υποκαθιστά. Σε αυτό το πλαίσιο, η ελευθερία της ανθρώπινης φύσης καθίσταται καθοριστική. Δεν εξαναγκάζεται από την εντύπωση του θαύματος, αλλά καλείται να υπερβεί την επιφάνεια του γεγονότος και να επιλέξει, με εμπιστοσύνη και πίστη, μια στάση που δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο ορατό.

Υπό αυτή την έννοια, η πορεία από την ανάσταση του Λαζάρου προς την είσοδο στα Ιεροσόλυμα και, τελικώς, προς την Ανάσταση του Χριστού συγκροτεί μια ενιαία δραματική κίνηση: από την εξωτερική επιβεβαίωση προς την εσωτερική δοκιμασία. Το θαύμα του Λαζάρου προαναγγέλλει τη νίκη, αλλά δεν καταργεί την ανάγκη της ελεύθερης και προσωπικής στάσης απέναντι στο μυστήριο που κορυφώνεται στην Ανάσταση.

 

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Γέννηση διά Συναινέσεως και Γέννηση διά Ρήξεως: το διαρκές δίλημμα της νεοελληνικής πολιτικής ύπαρξης

Δύο διαφορετικά, αλλά βαθιά συγγενή, σχήματα “γέννησης” αναπτύσσονται μέσα από την αντιπαραβολή των δύο εικόνων. Το ένα θεολογικό και υπερβατικό, το άλλο ιστορικό και πολιτικό.

Στην αναπαράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η σκηνή οργανώνεται γύρω από μια κάθετη τομή μεταξύ ουρανού και γης. Η θεία πρωτοβουλία κατέρχεται και η ανθρώπινη βούληση καλείται να συναινέσει, μέσα σε ένα πλαίσιο προϋπάρχουσας αρμονίας. Αντιθέτως, στη λαϊκή αλληγορία του Θεόφιλου, η κίνηση είναι οριζόντια και επίγεια.

Στήριξη.

Αποκατάσταση.

Η διαφορά αυτή ενισχύεται από τη θρησκευτική διάσταση που ενυπάρχει και στις δύο εικόνες, αλλά με διαφορετική λειτουργία. Στον Ευαγγελισμό, το θείο στοιχείο είναι η αφετηρία. Στον πίνακα του Θεόφιλου, το θείο μετατίθεται στο ανώτερο επίπεδο της σύνθεσης. Ο Παντεπόπτης Οφθαλμός και οι άγγελοι, σε χρυσίζον φόντο, βρίσκονται εκεί ως εποπτεύοντες της ιστορίας.

Η μοίρα της Ελλάδας τίθεται υπό θεία προστασία, χωρίς όμως να αίρεται η ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Ο φοίνικας που αναγεννάται, τα αρχαία ερείπια και η μορφή της Αθηνάς συγκροτούν ένα συμβολικό υπόστρωμα όπου το παρελθόν, η καταστροφή και η προσδοκία συνυπάρχουν, όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως διακύβευμα.

Σε αυτό το πεδίο αναδύεται η καθοριστική αντίθεση μεταξύ του Ρήγα και του Κοραή. Η παρουσία τους - καθόλου τυχαία - αποτυπώνει δύο ασύμπτωτες λογικές συγκρότησης του ίδιου (πολιτικού) σώματος της πατρίδας.

Ο Ρήγας ενσαρκώνει την επαναστατική επιτάχυνση της ιστορίας. Η ελευθερία προσδοκάται ως άμεση κατάκτηση, ως ρήξη με το υπάρχον, ως πράξη που προηγείται της ωρίμανσης. Το όραμά του, διαμορφωμένο υπό την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης, υπερβαίνει τα στενά όρια του έθνους, προτείνοντας μια πολυεθνική, βαλκανική πολιτική κοινότητα.

Ο Κοραής, αντίθετα, εκφράζει μια λογική σταδιακής συγκρότησης. Η ελευθερία νοείται ως αποτέλεσμα παιδείας, θεσμών και εσωτερικής καλλιέργειας. Η προσήλωσή του στον Διαφωτισμό και στα ευρωπαϊκά πρότυπα μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την πράξη στη διαμόρφωση των προϋποθέσεών της.

Εκεί όπου ο Ρήγας βλέπει το επείγον της εξέγερσης, ο Κοραής διακρίνει τον κίνδυνο της ανωριμότητας. Εκεί όπου ο πρώτος προτάσσει την πολιτική βούληση, ο δεύτερος επενδύει στη μακρά διάρκεια της παιδείας.

Η αντίθεση αυτή είναι δομική και όχι συγκυριακή. Δεν αφορά μόνο τη μέθοδο (επανάσταση έναντι μεταρρύθμισης), αλλά και την ίδια τη σύλληψη του πολιτικού υποκειμένου: έθνος που συγκροτείται εκ των έσω ή πολυεθνική κοινότητα που αναδύεται μέσα από κοινή εξέγερση; Προσαρμογή σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ή ανατροπή του υπάρχοντος γεωπολιτικού χάρτη; Η Ελλάδα, τοποθετημένη εικαστικά ανάμεσά τους, δεν εμφανίζεται ως αυτόνομος δρων, αλλά ως πεδίο έλξης αντίρροπων στρατηγικών.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο παραλληλισμός με τον Ευαγγελισμό αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα. Όπως η θεία βούληση απαιτεί τη συγκατάθεση της Παναγίας για να ενσαρκωθεί, έτσι και η ελευθερία απαιτεί μια μορφή σύνθεσης μεταξύ πράξης και προετοιμασίας. Ωστόσο, ενώ στην πρώτη περίπτωση η σύνθεση είναι δεδομένη και αρμονική, στη δεύτερη παραμένει ασταθής και συγκρουσιακή.

Η νεοελληνική γέννηση δεν είναι αποτέλεσμα μιας ενιαίας βούλησης, αλλά προϊόν διαρκούς αμφιταλάντευσης!

Η αμφιταλάντευση αυτή δεν εξαντλείται στο ιστορικό παρελθόν. Αναπαράγεται, με διαφορετικούς όρους, ως τις μέρες μας. Από τη μια, η προσήλωση σε υπερεθνικές δομές και θεσμική πειθαρχία, και από την άλλη, ρήξη και ανατροπή.

Η μία πλευρά υπόσχεται σταθερότητα με αντάλλαγμα την ομογενοποίηση, τον περιορισμό της αυτονομίας και της ελευθερίας - ακόμη και την υπονόμευση των θεσμών, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η άλλη, αντιθέτως, προτάσσει την αυτονομία, την κυριαρχία και την αξιοπρέπεια, αποδεχόμενη όμως ως αναπόφευκτο τίμημα την αβεβαιότητα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, η εικονογραφική αντιπαράθεση δεν αποτυπώνει απλώς μια στιγμή της εθνικής αφήγησης, αλλά ένα διαρκές δίλημμα. Όπως στον Ευαγγελισμό η γέννηση προϋποθέτει τη συνάντηση δύο κόσμων, έτσι και στην περίπτωση της Ελλάδας η συγκρότηση του πολιτικού της σώματος παραμένει αποτέλεσμα μιας ατελούς, συχνά συγκρουσιακής σύνθεσης. Το ζητούμενο δεν είναι η οριστική επικράτηση της μιας ή της άλλης λογικής, αλλά η διαμόρφωση μιας ισορροπίας που, χωρίς να εξαλείφει την ένταση, να την καθιστά δημιουργική.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;


 
Το ερώτημα επανέρχεται διαρκώς κάθε φορά που η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε περιόδους υψηλής έντασης. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι αρκετή, όπως δεν είναι αρκετό να εξετάσουμε μόνο τη νομιμότητα των πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
 
Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο τέτοιες ενέργειες μεταβάλλουν την ίδια τη δομή της περιφερειακής ασφάλειας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η διεθνής νομιμότητα. Διότι, στην πράξη, η χρήση στρατιωτικής ισχύος από ισχυρά κράτη τείνει να δημιουργεί προηγούμενα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και άλλων δρώντων.
 
Στην περίπτωση του Ιράν, η εν εξελίξει επιχείρηση δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα ή τη στρατιωτική του ισχύ. Ούτε καν το ύφος, το περιεχόμενο ή τη δομή εξουσίας στη χώρα. Αφορά πρωτίστως τον ρόλο που διαδραματίζει ως περιφερειακός πόλος επιρροής στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια ανταγωνιστικών δυνάμεων να περιορίσουν αυτή την επιρροή πριν αποκτήσει μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την οπτική, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν λιγότερο μια στιγμιαία απάντηση σε μια απειλή και περισσότερο ένα εργαλείο διαμόρφωσης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
 
Παράλληλα, η επίκληση του “σκοπού” ως ηθικής δικαιολόγησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας. Όσο πιο ασαφές γίνεται το όριο μεταξύ άμυνας, αποτροπής και προληπτικού πλήγματος, τόσο περισσότερο η έννοια της νομιμότητας μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν τα μέσα δικαιολογούνται από τον σκοπό. Είναι κατά πόσο η αποδοχή μιας τέτοιας λογικής, ακόμη και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπονομεύει το ίδιο το πλαίσιο κανόνων που υποτίθεται ότι συγκρατεί την ανεξέλεγκτη χρήση ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
 
Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής, η διάκριση μεταξύ νομιμότητας και ισχύος αρχίζει να θολώνει. Τότε η διεθνής τάξη μετατρέπεται περισσότερο σε πεδίο συσχετισμών παρά σε σύστημα κανόνων, ενώ η βία της ισχύος παρουσιάζεται ως δομικό στοιχείο ενός κόσμου όπου η πολιτική σκοπιμότητα υπερέχει της νομιμότητας και κάθε έννοιας δικαίου.
 
Οι ρητορείες περί "αναγκαιότητας", "ασφάλειας" ή "ιστορικής αποστολής" καταρρέουν μπροστά στην εμπειρία των ανθρώπων που καλούνται να πληρώσουν το πραγματικό κόστος των αποφάσεων. Η απόσταση ανάμεσα στους στρατηγικούς στόχους και στην ανθρώπινη πραγματικότητα είναι εμφανής.
 
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για τις ενέργειες εναντίον του Ιράν δεν είναι μόνο νομική ή στρατηγική. Είναι και βαθιά πολιτισμική. Κάθε εποχή κατασκευάζει το δικό της λεξιλόγιο για να περιγράψει την αναγκαιότητα της ισχύος: άλλοτε "αυτοάμυνα", άλλοτε "σταθερότητα", άλλοτε "αποτροπή". Πίσω όμως από τις έννοιες αυτές παραμένει το ίδιο διαχρονικό ερώτημα: ποιός αποφασίζει ποιος σκοπός είναι αρκετά σημαντικός ώστε να δικαιολογεί τα μέσα;
 
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες σπάνια απαντούν σε αυτό το ερώτημα πριν από τη σύγκρουση. Συνήθως το αντιμετωπίζουν εκ των υστέρων και τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από τη θεωρία της δικαιολόγησης στη συνειδητοποίηση του κόστους. Διότι, όσο πειστική κι αν φαίνεται η λογική του σκοπού στο επίπεδο της στρατηγικής, η πραγματικότητα των μέσων είναι εκείνη που τελικά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία.
 
Και ο καθορισμός αυτός αναπόφευκτα απογυμνώνει κάθε πόλεμο, κάθε πολεμική σύρραξη ή στρατιωτική επιχείρηση - όπως κι αν επιλέξει κανείς να την ονομάσει - από κάθε ηθική δικαιολόγηση.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Θαυμαστά τα επιτεύγματα της σύγχρονης αρετής


Αν ο Jonathan Swift περιέγραφε τη σημερινή μας πολιτεία, ίσως να παρατηρούσε με προσποιητή αθωότητα πόσο θαυμαστά εξελιχθήκαμε: κατορθώσαμε να απαλλάξουμε την εξουσία από το ενοχλητικό βάρος της ηθικής και ανακηρύξαμε την αυθαιρεσία σε ύψιστη αρετή. Παλαιότερα οι άρχοντες τουλάχιστον υποκρίνονταν ότι υπηρετούν αρχές. Σήμερα η αυθάδεια και η ιδιοτέλεια είναι επαρκής προσόντα για κάθε αξίωμα.

Αυτή είναι πρόοδος! Οι αξίες δεν μας δεσμεύουν πια· προσαρμόζονται, συρρικνώνονται ή εξαφανίζονται αναλόγως. Η αλήθεια είναι ελαστική - την βαφτίσαμε αφήγημα, η συνέπεια περιττή, και η λογοδοσία ένα παρωχημένο έθιμο που διατηρείται μόνο για εορταστικές περιστάσεις. Αν μια απόφαση ωφελεί τους ισχυρούς, τότε ασφαλώς είναι και σοφή. Αν βλάπτει τους πολλούς, τότε πρόκειται για “αναγκαία θυσία” προς το “κοινό καλό” - ένα κοινό που σπανίως ερωτάται.

Και ο λαός; Με αξιοθαύμαστη πραότητα αποδέχεται την τέχνη της πολιτικής αλχημείας, όπου το ιδιωτικό συμφέρον μετατρέπεται σε δημόσια πολιτική και η ιδιοτέλεια σε πατριωτισμό. Διότι τίποτε δεν είναι τόσο πειστικό όσο ένα μεγαλόστομο σύνθημα που αποκρύπτει μικρόψυχους υπολογισμούς.

Έτσι πορευόμαστε, υπερήφανοι για τη νηφαλιότητά μας, έχοντας πεισθεί ότι η ηθική είναι πολυτέλεια και ότι η ισχύς αποτελεί το ασφαλέστερο επιχείρημα. Και αν κάποιος τολμήσει να απορήσει πώς καταντήσαμε να θαυμάζουμε ό,τι άλλοτε θα καταδικάζαμε, μπορούμε να τον καθησυχάσουμε: πρόκειται απλώς για πρόοδο - μια πρόοδο τόσο εκλεπτυσμένη, ώστε να μην αφήνει πια χώρο για αυταπάτες περί αρετής.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Πατρινό Καρναβάλι: Δύο αιώνες καρναβαλικής τρέλας


Τα τελευταία χρόνια - και ευτυχώς - το καρναβάλι δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της Πάτρας. Η Ξάνθη, το Ρέθυμνο, το Μοσχάτο αλλά και πολλές ακόμη πόλεις της χώρας, είτε με έντονο τοπικό χρώμα είτε αξιοποιώντας το κλασικό πατρινό format, αναπτύσσουν δράσεις με στόχο την προσέλκυση επισκεπτών, την τόνωση της τοπικής αγοράς και - πάνω απ’ όλα - προσφέρουν μια πολύτιμη διέξοδο από τη σκληρή καθημερινότητα.

Εκείνο που πολλοί δεν γνωρίζουν είναι ότι το Πατρινό Καρναβάλι μετρά ήδη 197 χρόνια ιστορίας. Πρόκειται για έναν ζωντανό θεσμό που περιλαμβάνει ένα ευρύ σύνολο εκδηλώσεων και δρώμενων καθ’ όλη τη διάρκεια της καρναβαλικής περιόδου, η οποία ξεκινά στα μέσα Ιανουαρίου και κορυφώνεται την τελευταία Κυριακή πριν από τη Σαρακοστή. Από την τελετή έναρξης και το Κυνήγι του Κρυμμένου Θησαυρού έως τις μεγάλες παρελάσεις και το εντυπωσιακό κάψιμο του Βασιλιά Καρνάβαλου, η πόλη μετατρέπεται σε ένα ανοιχτό εργαστήρι δημιουργίας, σάτιρας και συμμετοχής.

Επίσης, λίγοι γνωρίζουν ότι ο Δήμος Πατρέων, μέσα από τις αρμόδιες υπηρεσίες και επιτροπές του διαχρονικά, μοιράστηκε εμπειρία και οργανωτική γνώση του πατρινού καρναβαλιού με πόλεις που αναζήτησαν καθοδήγηση ή συνεργασία. Αν, λοιπόν, διακρίνει κανείς κοινά στοιχεία ανάμεσα στο καρναβάλι της Ξάνθης - για παράδειγμα, και σε εκείνο της Πάτρας, αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αυτή τη διάθεση εξωστρέφειας και ανταλλαγής ιδεών και πρακτικών, αλλά και στη φυσική επιρροή που ασκεί ένας ιστορικός και καθιερωμένος θεσμός.


Το καρναβάλι, άλλωστε, δεν είναι απλώς μια γιορτή μεταμφίεσης. Είναι, ακριβώς, ένας θεσμός με βαθιές κοινωνικές και πολιτισμικές ρίζες, ένας καθρέφτης του κάθε παρόντος. Μέσα από τις μεταμφιέσεις, τα άρματα, τη σάτιρα και τη συλλογική συμμετοχή, αποτυπώνονται οι αγωνίες, τα όνειρα και οι αντιφάσεις της κοινωνίας σε κάθε εποχή.

Δεν τίθεται, λοιπόν, κανένα ζήτημα σύγκρισης ή ανταγωνισμού - τουλάχιστον όχι από την πλευρά των Πατρινών. Κάθε τόπος έχει τη δική του ταυτότητα, τη δική του αισθητική, τον δικό του παλμό. Η πολυμορφία αυτή δεν αποδυναμώνει τον θεσμό· τον ενισχύει. Όσο περισσότερες πόλεις επενδύουν δημιουργικά στο καρναβάλι, τόσο περισσότερο ενδυναμώνεται η πολιτιστική αποκέντρωση και η συλλογική ανάγκη για χαρά, έκφραση και συνύπαρξη.


Όσοι, λοιπόν, επιχειρούν να απαξιώσουν το πατρινό καρναβάλι θεσμικά, επικοινωνιακά ή με κάθε άλλο τρόπο - ξέρουν ποιοι είναι αυτοί - στην ουσία αγνοούν ή υποτιμούν το ιστορικό του βάθος, τη συλλογική μνήμη που το συνοδεύει και τη δυναμική συμμετοχή χιλιάδων πολιτών που το κρατούν ζωντανό χρόνο με τον χρόνο. Το καρναβάλι άντεξε πολέμους, οικονομικές κρίσεις, κοινωνικές αναταράξεις. Ανανεώθηκε, μετασχηματίστηκε, προσαρμόστηκε. Και αυτό ακριβώς αποδεικνύει τη δύναμή του. Δεν είναι ένα στατικό θέαμα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται μαζί με την πόλη. Με τα καλά και τα άσχημά της.

Ε, κάτι που αντέχει δύο αιώνες τώρα, δύσκολα το ρίχνεις με τηλεοπτικούς περιορισμούς, σχόλια ή με μικροπολιτικές αιχμές από εδώ και από εκεί. Κάθε κριτική είναι καλοδεχούμενη όχι όμως η υπονόμευση. Άμα δεν τους αρέσουμε… ας φάνε τον χαλβά τους!