Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Γέννηση διά Συναινέσεως και Γέννηση διά Ρήξεως: το διαρκές δίλημμα της νεοελληνικής πολιτικής ύπαρξης

Δύο διαφορετικά, αλλά βαθιά συγγενή, σχήματα “γέννησης” αναπτύσσονται μέσα από την αντιπαραβολή των δύο εικόνων. Το ένα θεολογικό και υπερβατικό, το άλλο ιστορικό και πολιτικό.

Στην αναπαράσταση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η σκηνή οργανώνεται γύρω από μια κάθετη τομή μεταξύ ουρανού και γης. Η θεία πρωτοβουλία κατέρχεται και η ανθρώπινη βούληση καλείται να συναινέσει, μέσα σε ένα πλαίσιο προϋπάρχουσας αρμονίας. Αντιθέτως, στη λαϊκή αλληγορία του Θεόφιλου, η κίνηση είναι οριζόντια και επίγεια.

Στήριξη.

Αποκατάσταση.

Η διαφορά αυτή ενισχύεται από τη θρησκευτική διάσταση που ενυπάρχει και στις δύο εικόνες, αλλά με διαφορετική λειτουργία. Στον Ευαγγελισμό, το θείο στοιχείο είναι η αφετηρία. Στον πίνακα του Θεόφιλου, το θείο μετατίθεται στο ανώτερο επίπεδο της σύνθεσης. Ο Παντεπόπτης Οφθαλμός και οι άγγελοι, σε χρυσίζον φόντο, βρίσκονται εκεί ως εποπτεύοντες της ιστορίας.

Η μοίρα της Ελλάδας τίθεται υπό θεία προστασία, χωρίς όμως να αίρεται η ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Ο φοίνικας που αναγεννάται, τα αρχαία ερείπια και η μορφή της Αθηνάς συγκροτούν ένα συμβολικό υπόστρωμα όπου το παρελθόν, η καταστροφή και η προσδοκία συνυπάρχουν, όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως διακύβευμα.

Σε αυτό το πεδίο αναδύεται η καθοριστική αντίθεση μεταξύ του Ρήγα και του Κοραή. Η παρουσία τους - καθόλου τυχαία - αποτυπώνει δύο ασύμπτωτες λογικές συγκρότησης του ίδιου (πολιτικού) σώματος της πατρίδας.

Ο Ρήγας ενσαρκώνει την επαναστατική επιτάχυνση της ιστορίας. Η ελευθερία προσδοκάται ως άμεση κατάκτηση, ως ρήξη με το υπάρχον, ως πράξη που προηγείται της ωρίμανσης. Το όραμά του, διαμορφωμένο υπό την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης, υπερβαίνει τα στενά όρια του έθνους, προτείνοντας μια πολυεθνική, βαλκανική πολιτική κοινότητα.

Ο Κοραής, αντίθετα, εκφράζει μια λογική σταδιακής συγκρότησης. Η ελευθερία νοείται ως αποτέλεσμα παιδείας, θεσμών και εσωτερικής καλλιέργειας. Η προσήλωσή του στον Διαφωτισμό και στα ευρωπαϊκά πρότυπα μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την πράξη στη διαμόρφωση των προϋποθέσεών της.

Εκεί όπου ο Ρήγας βλέπει το επείγον της εξέγερσης, ο Κοραής διακρίνει τον κίνδυνο της ανωριμότητας. Εκεί όπου ο πρώτος προτάσσει την πολιτική βούληση, ο δεύτερος επενδύει στη μακρά διάρκεια της παιδείας.

Η αντίθεση αυτή είναι δομική και όχι συγκυριακή. Δεν αφορά μόνο τη μέθοδο (επανάσταση έναντι μεταρρύθμισης), αλλά και την ίδια τη σύλληψη του πολιτικού υποκειμένου: έθνος που συγκροτείται εκ των έσω ή πολυεθνική κοινότητα που αναδύεται μέσα από κοινή εξέγερση; Προσαρμογή σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ή ανατροπή του υπάρχοντος γεωπολιτικού χάρτη; Η Ελλάδα, τοποθετημένη εικαστικά ανάμεσά τους, δεν εμφανίζεται ως αυτόνομος δρων, αλλά ως πεδίο έλξης αντίρροπων στρατηγικών.

Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο παραλληλισμός με τον Ευαγγελισμό αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα. Όπως η θεία βούληση απαιτεί τη συγκατάθεση της Παναγίας για να ενσαρκωθεί, έτσι και η ελευθερία απαιτεί μια μορφή σύνθεσης μεταξύ πράξης και προετοιμασίας. Ωστόσο, ενώ στην πρώτη περίπτωση η σύνθεση είναι δεδομένη και αρμονική, στη δεύτερη παραμένει ασταθής και συγκρουσιακή.

Η νεοελληνική γέννηση δεν είναι αποτέλεσμα μιας ενιαίας βούλησης, αλλά προϊόν διαρκούς αμφιταλάντευσης!

Η αμφιταλάντευση αυτή δεν εξαντλείται στο ιστορικό παρελθόν. Αναπαράγεται, με διαφορετικούς όρους, ως τις μέρες μας. Από τη μια, η προσήλωση σε υπερεθνικές δομές και θεσμική πειθαρχία, και από την άλλη, ρήξη και ανατροπή.

Η μία πλευρά υπόσχεται σταθερότητα με αντάλλαγμα την ομογενοποίηση, τον περιορισμό της αυτονομίας και της ελευθερίας - ακόμη και την υπονόμευση των θεσμών, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η άλλη, αντιθέτως, προτάσσει την αυτονομία, την κυριαρχία και την αξιοπρέπεια, αποδεχόμενη όμως ως αναπόφευκτο τίμημα την αβεβαιότητα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, η εικονογραφική αντιπαράθεση δεν αποτυπώνει απλώς μια στιγμή της εθνικής αφήγησης, αλλά ένα διαρκές δίλημμα. Όπως στον Ευαγγελισμό η γέννηση προϋποθέτει τη συνάντηση δύο κόσμων, έτσι και στην περίπτωση της Ελλάδας η συγκρότηση του πολιτικού της σώματος παραμένει αποτέλεσμα μιας ατελούς, συχνά συγκρουσιακής σύνθεσης. Το ζητούμενο δεν είναι η οριστική επικράτηση της μιας ή της άλλης λογικής, αλλά η διαμόρφωση μιας ισορροπίας που, χωρίς να εξαλείφει την ένταση, να την καθιστά δημιουργική.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;


 
Το ερώτημα επανέρχεται διαρκώς κάθε φορά που η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε περιόδους υψηλής έντασης. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι αρκετή, όπως δεν είναι αρκετό να εξετάσουμε μόνο τη νομιμότητα των πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
 
Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο τέτοιες ενέργειες μεταβάλλουν την ίδια τη δομή της περιφερειακής ασφάλειας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η διεθνής νομιμότητα. Διότι, στην πράξη, η χρήση στρατιωτικής ισχύος από ισχυρά κράτη τείνει να δημιουργεί προηγούμενα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και άλλων δρώντων.
 
Στην περίπτωση του Ιράν, η εν εξελίξει επιχείρηση δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα ή τη στρατιωτική του ισχύ. Ούτε καν το ύφος, το περιεχόμενο ή τη δομή εξουσίας στη χώρα. Αφορά πρωτίστως τον ρόλο που διαδραματίζει ως περιφερειακός πόλος επιρροής στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια ανταγωνιστικών δυνάμεων να περιορίσουν αυτή την επιρροή πριν αποκτήσει μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την οπτική, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν λιγότερο μια στιγμιαία απάντηση σε μια απειλή και περισσότερο ένα εργαλείο διαμόρφωσης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
 
Παράλληλα, η επίκληση του “σκοπού” ως ηθικής δικαιολόγησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας. Όσο πιο ασαφές γίνεται το όριο μεταξύ άμυνας, αποτροπής και προληπτικού πλήγματος, τόσο περισσότερο η έννοια της νομιμότητας μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν τα μέσα δικαιολογούνται από τον σκοπό. Είναι κατά πόσο η αποδοχή μιας τέτοιας λογικής, ακόμη και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπονομεύει το ίδιο το πλαίσιο κανόνων που υποτίθεται ότι συγκρατεί την ανεξέλεγκτη χρήση ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
 
Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής, η διάκριση μεταξύ νομιμότητας και ισχύος αρχίζει να θολώνει. Τότε η διεθνής τάξη μετατρέπεται περισσότερο σε πεδίο συσχετισμών παρά σε σύστημα κανόνων, ενώ η βία της ισχύος παρουσιάζεται ως δομικό στοιχείο ενός κόσμου όπου η πολιτική σκοπιμότητα υπερέχει της νομιμότητας και κάθε έννοιας δικαίου.
 
Οι ρητορείες περί "αναγκαιότητας", "ασφάλειας" ή "ιστορικής αποστολής" καταρρέουν μπροστά στην εμπειρία των ανθρώπων που καλούνται να πληρώσουν το πραγματικό κόστος των αποφάσεων. Η απόσταση ανάμεσα στους στρατηγικούς στόχους και στην ανθρώπινη πραγματικότητα είναι εμφανής.
 
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για τις ενέργειες εναντίον του Ιράν δεν είναι μόνο νομική ή στρατηγική. Είναι και βαθιά πολιτισμική. Κάθε εποχή κατασκευάζει το δικό της λεξιλόγιο για να περιγράψει την αναγκαιότητα της ισχύος: άλλοτε "αυτοάμυνα", άλλοτε "σταθερότητα", άλλοτε "αποτροπή". Πίσω όμως από τις έννοιες αυτές παραμένει το ίδιο διαχρονικό ερώτημα: ποιός αποφασίζει ποιος σκοπός είναι αρκετά σημαντικός ώστε να δικαιολογεί τα μέσα;
 
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες σπάνια απαντούν σε αυτό το ερώτημα πριν από τη σύγκρουση. Συνήθως το αντιμετωπίζουν εκ των υστέρων και τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από τη θεωρία της δικαιολόγησης στη συνειδητοποίηση του κόστους. Διότι, όσο πειστική κι αν φαίνεται η λογική του σκοπού στο επίπεδο της στρατηγικής, η πραγματικότητα των μέσων είναι εκείνη που τελικά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία.
 
Και ο καθορισμός αυτός αναπόφευκτα απογυμνώνει κάθε πόλεμο, κάθε πολεμική σύρραξη ή στρατιωτική επιχείρηση - όπως κι αν επιλέξει κανείς να την ονομάσει - από κάθε ηθική δικαιολόγηση.